Παρασκευή, 27 Μαρτίου, 2026
Kozani Media
No Result
View All Result
  • Αρχική
  • Ειδήσεις
  • Επi των τυπων…
  • Nightlife
  • “La Femme…”
  • Ο κοσμος των MEDIA
  • Γράφουν…
  • Εκδηλώσεις
  • Κοινωνικά
  • “Carpe diem”
  • Αθλητικά
  • Αγγελίες
  • #giveaway
Kozani Media
No Result
View All Result
Home Γράφουν…

Κοzanimedia: O Σύμβουλος Παιδαγωγικής Ευθύνης του 6ου Γυμνασίου Δρ. Αθανάσιος Παπαβασιλείου για το θέμα με τον τρόπο παρουσίασης των δημοτικών χορών από μαθητές και μαθήτριες της εκπαιδευτικού Σοφίας Καλαμάρα-“Η υπεράσπιση της κ. Καλαμάρα δεν είναι υπεράσπιση ενός προσώπου μόνο, αλλά υπεράσπιση μιας βαθύτερης, ουσιαστικότερης και επιστημονικά εγκυρότερης κατανόησης του ίδιου του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού”

27/03/26 18:36
in Γράφουν…, Ειδήσεις, Προτεινόμενα
0
0
SHARES
0
VIEWS
Share on FacebookShare on Twitter

Η δημόσια συζήτηση που ακολούθησε την εμφάνιση του 6ου Γυμνασίου Κοζάνης στην εκδήλωση της 25ης Μαρτίου 2026 ανέδειξε, δυστυχώς, όχι μόνο μια αισθητική διαφωνία για τον τρόπο παρουσίασης των παραδοσιακών χορών, αλλά και μια ευρύτερη σύγχυση γύρω από το τι πραγματικά σημαίνει «παράδοση». Η περίπτωση της κ. Σοφίας Καλαμάρα αξίζει να προσεγγιστεί με σοβαρότητα, επιστημονική επάρκεια και στοιχειώδη δικαιοσύνη, διότι η δημόσια κριτική που της ασκήθηκε δεν περιορίστηκε σε μια τεκμηριωμένη διαφορετική άποψη, αλλά, σε αρκετά σημεία, διολίσθησε σε προσωπική απαξίωση, αυθαίρετες ερμηνείες και υπεραπλουστεύσεις.

Καταρχάς, η βασική θέση της κ. Καλαμάρα, ότι δηλαδή ο ελληνικός παραδοσιακός χορός δεν αποτελεί ένα απολιθωμένο και μονοσήμαντο σχήμα, αλλά ένα ζωντανό πολιτισμικό σώμα με παραλλαγές, τοπικές εκδοχές, μετασχηματισμούς και δημιουργική συνέχεια, δεν είναι προσωπική επινόηση ούτε αυθαίρετη απολογία. Αντιθέτως, συνάδει πλήρως με το διεθνώς αποδεκτό πλαίσιο κατανόησης της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. 
Η UNESCO ορίζει ρητά ότι η άυλη πολιτιστική κληρονομιά μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και «διαρκώς αναδημιουργείται» από κοινότητες και ομάδες, σε συνάρτηση με το περιβάλλον, την ιστορία και τις κοινωνικές τους αλληλεπιδράσεις. Παράλληλα, τονίζει ότι η διαφύλαξή της δεν σημαίνει «πάγωμα» ή ακινητοποίησή της σε μια υποτιθέμενη πρωταρχική και καθαρή μορφή. Αντιθέτως, η ίδια η ζωντάνια της παράδοσης έγκειται ακριβώς στο ότι ανανεώνεται, μεταδίδεται, προσαρμόζεται και επιβιώνει μέσα από τους φορείς της. 
Η UNESCO επισημαίνει ακόμη ότι καμία εκδήλωση της ίδιας πρακτικής δεν είναι απολύτως ταυτόσημη με μια άλλη, καθώς τα στοιχεία της άυλης κληρονομιάς εξελίσσονται διαρκώς από εκτέλεση σε εκτέλεση και από κοινότητα σε κοινότητα.

Υπό αυτό το πρίσμα, η κριτική που αντιμετωπίζει την παράδοση ως ένα και μοναδικό «σωστό» πρότυπο, από το οποίο κάθε απόκλιση συνιστά αλλοίωση, είναι επιστημονικά αδύναμη. Η σχετική βιβλιογραφία έχει επισημάνει εδώ και δεκαετίες ότι η έννοια της «αυθεντικότητας» δεν είναι μια αθώα, απλή και αυτονόητη κατηγορία, αλλά ένα πεδίο διαπραγμάτευσης, μνήμης, εξουσίας και πολιτισμικής επιλογής. 
Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι μόνο «ποιο βήμα είναι σωστό», αλλά και ποιος αποφασίζει τι θα αναγνωριστεί ως αυθεντικό, με ποια κριτήρια, από ποια κοινότητα, σε ποιο ιστορικό πλαίσιο και για ποιον σκοπό. Η ερευνητική συζήτηση έχει επίσης δείξει ότι οι σκηνικές και παρουσιαστικές μορφές του λαϊκού χορού συχνά διαμορφώνονται μέσα από παράλληλες παραδόσεις, δηλαδή μέσα από τη συνύπαρξη τοπικών, κοινοτικών, διδακτικών και σκηνικών εκδοχών, χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως απώλεια νοήματος ή προδοσία της πολιτισμικής μνήμης.

Εδώ ακριβώς η απάντηση της κ. Καλαμάρα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η ίδια δεν υπερασπίζεται μια αυθαίρετη «σκηνοθεσία εντυπωσιασμού», όπως περίπου υπονοείται από τους επικριτές της, αλλά καταθέτει ένα σαφές μορφωτικό, επιστημονικό και βιωματικό υπόβαθρο: πανεπιστημιακή εξειδίκευση στους ελληνικούς παραδοσιακούς χορούς, αναφορά σε συγκεκριμένους δασκάλους, εμπειρία επιτόπιας έρευνας, ενασχόληση με την τοπική μουσική παράδοση και ενεργή συμβολή στη διάσωση και διάδοσή της. Κανείς ασφαλώς δεν υποχρεούται να συμφωνήσει αισθητικά με κάθε επιλογή της.
Όμως άλλο πράγμα η τεκμηριωμένη επιστημονική διαφωνία και άλλο η απόπειρα να παρουσιαστεί μια τέτοια διαδρομή ως περίπου «αχταρμάς». Εκεί, η κριτική χάνει την ακρίβειά της και αρχίζει να θυμίζει περισσότερο εύκολο διαδικτυακό αφορισμό παρά σοβαρή τοποθέτηση.

Ιδίως το σχόλιο ότι η κ. Καλαμάρα «παραδέχεται ότι παρουσίασε χορούς με βάση ότι έχει δει ή ακούσει από πανηγύρια, θρύλους, μύθους και διηγήσεις» αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επιλεκτικής και στρεβλωτικής ανάγνωσης. Η κ. Καλαμάρα δεν λέει κάτι τέτοιο. Δεν επικαλείται αόριστα λαογραφικά κουτσομπολιά, αλλά περιγράφει έναν μηχανισμό πολιτισμικής μετάδοσης που είναι απολύτως συμβατός με όσα γνωρίζουμε για την άυλη πολιτιστική κληρονομιά: μεταφορά του χορού από τόπο σε τόπο, τοπικές παραλλαγές, δημιουργικό ρόλο των φορέων της παράδοσης, επιτόπια καταγραφή, ζωντανή διδακτική σχέση με την κοινότητα, μουσική και κινητική τεκμηρίωση. 
Το να μεταφράζεται αυτή η θέση σε «είδα, άκουσα, μύθοι και θρύλοι» δεν είναι ερμηνεία· είναι καρικατούρα της θέσης του άλλου και όταν η κριτική για να σταθεί χρειάζεται να παραμορφώσει προηγουμένως το επιχείρημα που σχολιάζει, τότε δεν έχουμε ισχυρό αντεπιχείρημα, αλλά ρητορικό τέχνασμα…..

Επιπλέον, ο σχολιαστής φαίνεται να αγνοεί κάτι ουσιώδες, ο σχολικός χώρος δεν είναι ερευνητικό εργαστήριο αυστηρής αναπαράστασης μιας και μόνης χορευτικής γραμμής, ούτε οι μαθητές καλούνται να λειτουργήσουν ως μουσειακά εκθέματα ακινητοποιημένης παράδοσης. 
Στο ελληνικό εκπαιδευτικό πλαίσιο, η διδασκαλία των παραδοσιακών χορών στο μάθημα της Φυσικής Αγωγής συνδέεται όχι μόνο με την εκτέλεση βημάτων, αλλά και με τη χαρά της έκφρασης, τη γνωριμία με το τραγούδι, τον ρυθμό, τη μελωδία, τη χορευτική κίνηση και, ευρύτερα, με τη μύηση των μαθητών σε στοιχεία της λαϊκής παράδοσης, της ελληνικής σκέψης και του ελληνικού πολιτισμού. Άρα, μια σχολική παρουσίαση οφείλει να συνδυάζει παιδαγωγικό, πολιτισμικό και δημόσιο χαρακτήρα. Δεν αξιολογείται αποκλειστικά με τα μέτρα ενός κλειστού δογματισμού.

Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι κάθε επιλογή σε μια δημόσια παρουσίαση είναι υπεράνω κριτικής. Σημαίνει όμως ότι η κριτική, για να είναι έγκυρη, πρέπει να διακρίνει ανάμεσα στην εύλογη επιστημονική ένσταση και στην απαξιωτική γενίκευση. Ο σχολιαστής δεν κάνει αυτή τη διάκριση. Αντί να αναμετρηθεί με το ουσιώδες επιχείρημα της κ. Καλαμάρα, δηλαδή ότι η παράδοση εμπεριέχει εσωτερική ποικιλία και ιστορική κινητικότητα, επιλέγει να τη μειώσει σε μια περίπου ανεύθυνη συλλέκτρια «πανηγυρικών εντυπώσεων». 
Έτσι όμως δεν αποδυναμώνει την κ. Καλαμάρα· αποδυναμώνει τη δική του αξιοπιστία. 
Διότι η σοβαρή συζήτηση για την παράδοση απαιτεί γνώση της ιστορικότητας, επίγνωση της τοπικότητας και σεβασμό στην πολυμορφία των φορέων της. Η παράδοση δεν είναι μονόχνοτη ευθεία γραμμή· είναι ποτάμι με παρακλάδια. 
Όποιος το ξεχνά, κινδυνεύει να υπερασπίζεται όχι την παράδοση, αλλά ένα αυστηρά επιλεγμένο και συχνά ιδεολογικά κατασκευασμένο στιγμιότυπο της.

Αξίζει να ειπωθεί και κάτι ακόμη, η στοχοποίηση μιας εκπαιδευτικού για μια σχολική παρουσίαση, με όρους που υπαινίσσονται ανεπάρκεια, άγνοια ή προχειρότητα, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη ούτε η επιστημονική της συγκρότηση ούτε η παιδαγωγική φύση του εγχειρήματος, δεν υπηρετεί τον πολιτισμό. Τον φτωχαίνει. Ο πολιτισμός δεν προστατεύεται με δημόσιες διαπομπεύσεις, αλλά με διάλογο, τεκμήρια, σεβασμό και αίσθηση μέτρου. Και ως είθισται, όταν η συζήτηση για την «αυθεντικότητα» μετατρέπεται σε προσωπική επίθεση, το πρώτο πράγμα που χάνεται δεν είναι η φόρμα του χορού, αλλά η ποιότητα του δημόσιου λόγου.

Συνεπώς, η τοποθέτηση της κ. Καλαμάρα μπορεί να υποστηριχθεί όχι απλώς συναισθηματικά, αλλά και επιστημονικά, υπερασπίζεται μια αντίληψη της παράδοσης ως ζωντανού, μεταδιδόμενου και δημιουργικά αναδημιουργούμενου πολιτισμικού φαινομένου, απολύτως εναρμονισμένη με το σύγχρονο πλαίσιο κατανόησης της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. 
Αντιθέτως, ο/οι σχολιαστής/ες προτείνουν μια απλουστευτική και μάλλον αυταρχική πρόσληψη της παράδοσης, όπου κάθε απόκλιση από ένα υποτιθέμενο «ορθό» υπόδειγμα βαφτίζεται σύγχυση. Μα η παράδοση δεν είναι στρατώνας για να βαδίζει μόνο σε ένα βήμα. Είναι κοινότητα μνήμης, εμπειρίας και έκφρασης. Και γι’ αυτό ακριβώς, η υπεράσπιση της κ. Καλαμάρα δεν είναι υπεράσπιση ενός προσώπου μόνο, αλλά υπεράσπιση μιας βαθύτερης, ουσιαστικότερης και επιστημονικά εγκυρότερης κατανόησης του ίδιου του ελληνικού παραδοσιακού πολιτισμού.

-- 
Με εκτίμηση
Δρ Αθανάσιος Παπαβασιλείου
Σύμβουλος Πληροφορικής 
Πρωτοβάθμιας & Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης 
Δυτικής Μακεδονίας

Κοινοποιήστε:

  • Share on Facebook(Ανοίγει σε νέο παράθυρο) Facebook
  • Share on X(Ανοίγει σε νέο παράθυρο) X
Tags: Δυτική ΜακεδονίαΚοζάνηΠ.Ε. Κοζάνης
Previous Post

Fuel Pass: Τα πέντε βήματα για να πάρουν την ενίσχυση οι δικαιούχοι, τα εισοδηματικά κριτήρια και η επιδότηση ανά περιοχή

Next Post

Συμφωνία μεταξύ Διαχειριστών και Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Κάθετο Διάδρομο-Νέα μακροπρόθεσμη λύση με ανταγωνιστικά τιμολόγια μεταφοράς ενισχύει την ελκυστικότητα του Κάθετου Διαδρόμου

Next Post

Συμφωνία μεταξύ Διαχειριστών και Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον Κάθετο Διάδρομο-Νέα μακροπρόθεσμη λύση με ανταγωνιστικά τιμολόγια μεταφοράς ενισχύει την ελκυστικότητα του Κάθετου Διαδρόμου

Αφήστε μια απάντηση Ακύρωση απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

https://www.youtube.com/watch?v=wZ0fbu2fzwY
Kozani Media

Copyright © 2021 Kozanimedia.gr |
Design by AK&PARTNERS

  • Περιφερειακές και δημοτικές εκλογές 2023
  • Προσωπικά Δεδομένα
  • Επικοινωνία

Follow Us

EASTER COLLECTION
No Result
View All Result
  • Αρχική
  • Ειδήσεις
  • Επi των τυπων…
  • Nightlife
  • “La Femme…”
  • Ο κοσμος των MEDIA
  • Γράφουν…
  • Εκδηλώσεις
  • Κοινωνικά
  • “Carpe diem”
  • Αθλητικά
  • Αγγελίες
  • #giveaway

Copyright © 2021 Kozanimedia.gr |
Design by AK&PARTNERS

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies. Συνεχίζοντας να χρησιμοποιείτε αυτόν τον ιστότοπο, δίνετε τη συγκατάθεσή σας για χρήση cookies. Επισκεφθείτε την Πολιτική απορρήτου και cookie.