Τις τελευταίες εβδομάδες παρακολουθούμε μια ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη για τη Δυτική Μακεδονία. Τα επίσημα στοιχεία για το ΑΕΠ του 2023 δείχνουν κάτι που δεν έχει προηγούμενο, η Δυτική Μακεδονία είναι η μοναδική περιφέρεια της χώρας που δεν παρουσίασε ανάπτυξη, αλλά μείωση του ΑΕΠ. Σε μια περίοδο που η υπόλοιπη Ελλάδα κινείται ανοδικά, η δική μας περιοχή συνεχίζει να χάνει έδαφος. Και αυτό δεν είναι ούτε τυχαίο, ούτε ανεξήγητο.
Η Δυτική Μακεδονία πλήρωσε και συνεχίζει να πληρώνει το κόστος της απολιγνιτοποίησης. Μια διαδικασία που παρουσιάστηκε ως «δίκαιη μετάβαση», αλλά στην πράξη εφαρμόστηκε χωρίς τον απαραίτητο σχεδιασμό, χωρίς επαρκή διαφάνεια και το κυριότερο χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας. Το αποτέλεσμα είναι σήμερα ορατό στους αριθμούς, απώλεια εισοδήματος, απώλεια θέσεων εργασίας, αποεπένδυση και τελικά μείωση του περιφερειακού ΑΕΠ.
Την ίδια στιγμή, υπάρχει ένα τεράστιο παράδοξο. Η Δυτική Μακεδονία αποτελεί τον πυρήνα της ενεργειακής μετάβασης της χώρας. Φιλοξενεί τον μεγαλύτερο όγκο έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) στην Ελλάδα. Και όμως, από αυτή τη μετάβαση οι κάτοικοι της περιοχής σχεδόν δεν ωφελούνται. Σύμφωνα με στοιχεία από τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ, μόλις το 4% των έργων ΑΠΕστη Δυτική Μακεδονία ανήκει σε τοπικούς επενδυτές. Το υπόλοιπο 96% ανήκει σε εταιρείες και επενδυτικά σχήματα εκτός περιοχής.
Αυτό σημαίνει κάτι πολύ απλό και πολύ σκληρό:
η Δυτική Μακεδονία παράγει ενέργεια, αλλά ο πλούτος φεύγει αλλού. Τα έσοδα, τα κέρδη και το μεγαλύτερο μέρος της προστιθέμενης αξίας δεν μένουν στην τοπική οικονομία. Έτσι, ενώ στα χαρτιά η περιοχή εμφανίζεται «πρωταγωνίστρια» στην πράσινη μετάβαση, στην πραγματικότητα βιώνει ύφεση.
Και εδώ έρχεται το πιο κρίσιμο σημείο. Η μείωση του ΑΕΠ δεν είναι αναπόφευκτη. Υπάρχει συγκεκριμένη, μετρήσιμη και άμεσα εφαρμόσιμη λύση. Σήμερα, περίπου 800-1200 MW έργων ΑΠΕ, τα οποία ανήκουν σε τοπικούς επενδυτές, παραμένουν «παγωμένα» στις λίστες του ΑΔΜΗΕ εδώ και σχεδόν πέντε χρόνια. Πρόκειται για έργα που έχουν κατατεθεί, έχουν ωριμάσει, έχουν ανθρώπους και κεφάλαια από τη Δυτική Μακεδονία, αλλά δεν αδειοδοτούνται.
Αν έστω τα 700-900 MW προχωρούσαν, το ποσοστό συμμετοχής των τοπικών κατοίκων στις ΑΠΕ δεν θα ήταν 4%, αλλά θα έφτανε περίπου στο 15%, τόσο από τα ετήσια έσοδα των φωτοβολταικών σταθμών αλλά και τα έσοδα από την μίσθωση των αγροτεμαχίων τα οποία ανήκουν σε κατοίκους των περιοχών όπου θα εγκατασταθούν τα έργα. Και αυτή η διαφορά δεν είναι θεωρητική. Με βάση ρεαλιστικές εκτιμήσεις, μια τέτοια αύξηση της τοπικής συμμετοχής θα μπορούσε να οδηγήσει σε άνοδο του ΑΕΠ της Δυτικής Μακεδονίας κατά περίπου 2,5%. Δηλαδή, να καλύψει σχεδόν πλήρως την απώλεια που καταγράφηκε το 2023.
Με απλά λόγια, αν τα έργα ΑΠΕ των τοπικών επενδυτών είχαν εγκριθεί, σήμερα δεν θα συζητούσαμε για μείωση του ΑΕΠ.
Το πιο απογοητευτικό στοιχείο αυτής της ιστορίας είναι ότι οι τοπικοί επενδυτές δεν έμειναν αδρανείς. Εδώ και χρόνια προσπαθούν, πιέζουν, καταθέτουν προτάσεις, ζητούν το αυτονόητο, ίσους όρους πρόσβασης στο δίκτυο και στη διαδικασία αδειοδότησης. Παρ’ όλα αυτά, η ανταπόκριση από το κεντρικό κράτος και τους αρμόδιους φορείς υπήρξε, στην καλύτερη περίπτωση, ανεπαρκής.
Στην πραγματικότητα, ο πιο ενεργός θεσμικός εκπρόσωπος που στάθηκε έμπρακτα δίπλα σε αυτή την προσπάθεια είναι ο Περιφερειάρχης Δυτικής Μακεδονίας, Γιώργος Αμανατίδης. Είναι αυτός που ασχολείται συστηματικά, που θέτει το ζήτημα στα αρμόδια επίπεδα και που προσπαθεί να ξεμπλοκάρει αυτά τα έργα ως μια ελάχιστη, αλλά απολύτως αναγκαία λύση για την τοπική οικονομία. Για να μην είμαι άδικος θα ήθελα εδώ να αναφέρω και τις προσπάθειες που κάνει ο Πάρις Κουκουλόπουλος, που συνεχώς αναφέρεται στο ζήτημα και όσο μπορεί από την αντιπολιτευτική του θέση το παρακινεί.
Δεν πρόκειται για χάρη. Πρόκειται για οικονομική επιβίωση μιας περιφέρειας που σήκωσε στις πλάτες της για δεκαετίες το ενεργειακό βάρος της χώρας και σήμερα κινδυνεύει να μείνει πίσω, φτωχότερη και χωρίς προοπτική.
Η Δυτική Μακεδονία δεν ζητά να σταματήσει η πράσινη μετάβαση. Ζητά να γίνει δίκαιη. Ζητά διαφάνεια στις πολιτικές απολιγνιτοποίησης. Ζητά ουσιαστική συμμετοχή των κατοίκων στα έργα που γίνονται στον τόπο τους. Γιατί μόνο έτσι η ενεργειακή μετάβαση μπορεί να μεταφραστεί σε ανάπτυξη, θέσεις εργασίας και πραγματική αύξηση του ΑΕΠ.
Αν συνεχίσουμε όπως σήμερα, θα βλέπουμε και τα επόμενα χρόνια την ίδια εικόνα, έργα να στήνονται γύρω μας, αλλά η οικονομία μας να συρρικνώνεται. Αν όμως δοθεί χώρος στους τοπικούς επενδυτές και προχωρήσουν τα έργα που εδώ και χρόνια λιμνάζουν, η Δυτική Μακεδονία μπορεί να γυρίσει σελίδα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν υπάρχει λύση.
Η λύση υπάρχει, είναι μετρήσιμη και είναι μπροστά μας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση να εφαρμοστεί.


























