Σταθερά προσηλωμένη στην επιλογή της πλήρους απολιγνιτοποίησης παραμένει η κυβέρνηση, βάζοντας ουσιαστικά οριστικό «στοπ» στον λιγνίτη, παρά το γεγονός ότι αποτελεί το μοναδικό εγχώριο ορυκτό καύσιμο της χώρας και ενώ η Ευρώπη εξακολουθεί να βιώνει διαδοχικές ενεργειακές αναταράξεις.
Το μήνυμα αυτό έστειλε ο υφυπουργός Ενέργειας Νίκος Τσάφος, μιλώντας στο περιθώριο εκδήλωσης για τα ενεργειακά έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Όπως ανέφερε, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία ούτε η Ελλάδα ούτε η Ευρώπη αντιμετωπίζουν κίνδυνο έλλειψης φυσικού αερίου, παρά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τις απειλές της Ρωσίας για άμεση διακοπή της τροφοδοσίας προς την Ευρώπη – νωρίτερα από το τέλος του 2027 που προβλέπει ο ευρωπαϊκός σχεδιασμός.
Στο ίδιο πλαίσιο, η κυβέρνηση απορρίπτει το ενδεχόμενο διατήρησης λιγνιτικών μονάδων ως εφεδρεία. Ερωτηθείς αν εξετάζεται η παραμονή της λιγνιτικής μονάδας Πτολεμαΐδα 5 της ΔΕΗ σε κάποια μορφή εφεδρικής λειτουργίας, ο υφυπουργός ήταν κατηγορηματικός: δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο.
Όπως εξήγησε, το κόστος λειτουργίας μιας λιγνιτικής μονάδας είναι ιδιαίτερα υψηλό, κυρίως λόγω της επιβάρυνσης από τα δικαιώματα εκπομπών CO₂. Παράλληλα, για να λειτουργήσει ένας λιγνιτικός σταθμός απαιτείται η παράλληλη λειτουργία λιγνιτωρυχείου, γεγονός που εκτοξεύει το κόστος ακόμη και στην περίπτωση που η μονάδα διατηρείται απλώς ως εφεδρεία.
Η Πτολεμαΐδα 5, ο πιο σύγχρονος λιγνιτικός σταθμός της χώρας, με ισχύ 660 MW και κόστος κατασκευής που ξεπέρασε το 1,5 δισ. ευρώ, τέθηκε σε λειτουργία μόλις πριν από λίγα χρόνια. Ωστόσο, σύμφωνα με τον υφιστάμενο σχεδιασμό, προβλέπεται να σταματήσει τη λειτουργία της στο τέλος του έτους και να μετατραπεί σε μονάδα φυσικού αερίου.
Την ίδια στιγμή, η ΡΑΑΕΥ στο επικαιροποιημένο σχέδιο αντιμετώπισης ενεργειακών κρίσεων προβλέπει ετοιμότητα όλων των διαθέσιμων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής. Με βάση τα ημερήσια αποθέματα λιγνίτη, φυσικού αερίου και υδάτινων πόρων, ο ΑΔΜΗΕ θα διαχειρίζεται τη λειτουργία τους ώστε να διασφαλίζεται η επάρκεια του συστήματος.
Αναφερόμενος στη σημερινή ενεργειακή συγκυρία, ο κ. Τσάφος σημείωσε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε σχέση με την κρίση του 2022–2023, όταν αρκετές ευρωπαϊκές χώρες –μεταξύ αυτών η Γερμανία και η Ουγγαρία– ανησυχούσαν έντονα για την επάρκεια εφοδιασμού. Έκτοτε, όπως είπε, η Ευρώπη έχει ενισχύσει τις εναλλακτικές πηγές προμήθειας φυσικού αερίου.
Ακόμη και αν η Ρωσία διακόψει πλήρως τις ροές προς την Ευρώπη, η Ελλάδα και τα κράτη-μέλη της ΕΕ μπορούν πλέον να καλύψουν τις ανάγκες τους από άλλους προμηθευτές, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η διαφοροποίηση αυτή όμως έχει και κόστος: πριν από τον πόλεμο το LNG από το Κατάρ πωλούνταν περίπου στα 30 ευρώ ανά μεγαβατώρα, ενώ το αμερικανικό LNG διατίθεται σήμερα σε επίπεδα 50-60 ευρώ/MWh.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενόψει της Συνόδου Κορυφής της ΕΕ στις 18 και 19 Μαρτίου, ο υφυπουργός εκτίμησε ότι η πρόταση για αλλαγή του μοντέλου οριακής τιμολόγησης στην αγορά ηλεκτρισμού –με βάση το ακριβότερο καύσιμο– δεν φαίνεται να συγκεντρώνει ευρεία στήριξη. Παράλληλα, δεν διαφαίνεται άμεση αναθεώρηση του μηχανισμού εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών CO₂ (ETS), παρά τις πιέσεις που ασκούν χώρες όπως η Ιταλία και τις παρεμβάσεις που ζητά η Γερμανία.
Στην ευρωπαϊκή ατζέντα φαίνεται ωστόσο να ανεβαίνει ένα ακόμη ζήτημα: οι εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των διασυνδέσεων. Ορισμένες χώρες ζητούν αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας του μηχανισμού, υποστηρίζοντας ότι η εξαγωγή φθηνότερου ρεύματος προς γειτονικές αγορές μπορεί να οδηγήσει σε υψηλότερες τιμές για τους εγχώριους καταναλωτές. Από την άλλη πλευρά, διατυπώνεται το επιχείρημα ότι ο περιορισμός των διασυνοριακών ροών θα υπονόμευε την ίδια τη λειτουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας.


























