Ενώ στην ελληνική περιφέρεια ο Πολιτισμός εξακολουθεί να επιβιώνει χάρη στην αφοσίωση των ανθρώπων του, στον εθελοντισμό, στους πολιτιστικούς συλλόγους και στη διαχρονική στήριξη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, στο επίκεντρο της κυβερνητικής πολιτικής φαίνεται να κυριαρχεί μια διαφορετική λογική, όχι πώς θα ενισχυθεί ο Πολιτισμός ως δημόσιο αγαθό, αλλά πώς θα αξιοποιηθεί εκεί όπου παράγει το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος.
Εδώ και χρόνια αντιλαμβανόμαστε ότι ο Πολιτισμός είναι «δευτερεύον ζήτημα», ότι δεν υπάρχουν χρήματα για τα μουσεία της περιφέρειας, για τους πολιτιστικούς συλλόγους, για τους ανθρώπους που κρατούν ζωντανή την άυλη πολιτιστική κληρονομιά, κι όμως, όταν ο πολιτισμός αποδεικνύεται πυλώνας της οικονομίας, όταν τα έσοδα ξεπερνούν τα εκατομμύρια, τότε ξαφνικά βρίσκεται στο επίκεντρο.
Με το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Πολιτισμού δημιουργείται μια Ανώνυμη Εταιρεία που αναλαμβάνει τις πιο προσοδοφόρες λειτουργίες του Πολιτισμού, το ηλεκτρονικό εισιτήριο, τα πωλητήρια, τα αναψυκτήρια, τις εμπορικές δραστηριότητες και συνολικά τη στρατηγική αξιοποίησης των εσόδων.
Το ερώτημα είναι απλό, γιατί ένας δημόσιος οργανισμός, που η ίδια η κυβέρνηση παρουσιάζει ως επιτυχημένο, χρειάζεται μια παράλληλη Ανώνυμη Εταιρεία για να διαχειρίζεται ό,τι παράγει οικονομική αξία;
Ο Πολιτισμός δεν είναι μια επιχείρηση. Δεν είναι μόνο ισολογισμοί, εισιτήρια και εμπορικά προϊόντα. Είναι η ιστορία ενός λαού, η ταυτότητά του, η μνήμη του και η πολιτιστική του κληρονομιά. Είναι δημόσιο αγαθό και ως τέτοιο οφείλει να βρίσκεται υπό δημόσιο έλεγχο, με πλήρη διαφάνεια, λογοδοσία και θεσμικές εγγυήσεις.
Τα τελευταία χρόνια παρακολουθούμε μια σταθερή επιλογή της κυβέρνησης να μεταφέρει ολοένα και περισσότερες δημόσιες λειτουργίες σε εταιρικά σχήματα και φορείς ιδιωτικού δικαίου, με το επιχείρημα της ευελιξίας. Όμως ο εκσυγχρονισμός δεν ταυτίζεται με την απομάκρυνση από τον δημόσιο έλεγχο, ούτε η αποτελεσματικότητα προϋποθέτει τη δημιουργία νέων εταιρειών εκεί όπου ήδη υπάρχουν δημόσιοι οργανισμοί.
Η εμπειρία έχει δείξει ότι κάθε φορά που περιορίζεται η διαφάνεια και πολλαπλασιάζονται τα παράλληλα σχήματα διαχείρισης, αυξάνονται τα ερωτήματα για τη λογοδοσία και όταν αυτά τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα, η εμπιστοσύνη των πολιτών τραυματίζεται.
Ο Πολιτισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πεδίο επιχειρηματικής εκμετάλλευσης, αλλά ως πεδίο ανάπτυξης τόσο της οικονομίας, όσο και της Δημοκρατίας.
Έτσι, οφείλει να παραμένει υπόθεση της κοινωνίας, της δημοκρατίας και του δημόσιου συμφέροντος, γιατί όταν αρχίζουμε να μετράμε την αξία του Πολιτισμού μόνο με οικονομικούς δείκτες, κινδυνεύουμε να χάσουμε αυτό που πραγματικά τον κάνει ανεκτίμητο.
Έφη Κατσόγιαννου Τριανταφύλλου
Ιστορικός, MSc
Μέλος ΚΠΕ ΠΑΣΟΚ Κίνημα Αλλαγής





























