Όλγα Μούσιου: Πανηγυρικός λόγος της 25ης Μαρτίου 2021 – «1821 – 2021: 200 χρόνια Ελευθερίας»

 

Σεβασμιότατε Μητροπολίτη Φλωρίνης, Πρεσπών και Εορδαίας, κ.κ. Θεόκλητε,

Αξιότιμοι κ.κ. Βουλευτή Φλώρινας, κ. Ι. Αντωνιάδη, Αντιπεριφερειάρχη Φλώρινας, κ. Ι. Κιοσέ, Δήμαρχε Φλώρινας, κ. Β. Γιαννάκη, Πρόεδρε του Δημοτικού Συμβουλίου Φλώρινας, κ. Μ. Χάτζιο, Πρόεδρε της Δημοτικής Κοινότητας Φλώρινας, κ. Κ. Ρόζα, Περιφερειακέ Σύμβουλε Φλώρινας, κ. Σ. Βόσδου, Εκπρόσωπε του Πανεπιστημίου Φλώρινας, κ. Γ. Ιορδανίδη, Διευθυντή Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, κ. Γ. Λυγούρα, Διευθύντρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, κ. Ε. Μαρνέρη,

Αξιότιμοι κ.κ. Διοκητή του 1ου Συντάγματος, κ. Αποστολίδη, Αστυνομικέ Διευθυντή Φλώρινας, κ. Π. Γεωργιάδη, Διοικητή Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Φλώρινας, κ. Ι. Μιαούλη,  

Εκλεκτοί συμπολίτες και εκλεκτές συμπολίτισσες,

Αγαπητοί μαθητές και μαθήτριες, απάνθισμα κι ελπίδα της Φλώρινας,

 

Με εξαιρετική συγκίνηση κι ευγνωμοσύνη παρευρισκόμαστε την ιστορική αυτή μέρα, στον Μητροπολιτικό Ναό της πόλης μας, για να γιορτάσουμε το χαρμόσυνο μήνυμα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και να τιμήσουμε τη λαμπρή επέτειο των 200 ετών από την έναρξη της μεγάλης Επανάστασης του 1821 για την απελευθέρωσή μας από τον τουρκικό ζυγό κάνοντας μαζί ένα σύντομο ταξίδι στα μονοπάτια της εθνικής συλλογικής μας μνήμης.

 

Το εθνικό μας Συναξάρι είναι ανοιγμένο στο πιο φωτεινό κεφάλαιο της σύγχρονης Ιστορίας μας: εδώ στην απαρχή του Νεοελληνικού κράτους και της ελεύθερης ιστορικής πορείας της Πατρίδας μας μετά από 400 χρόνια τουρκικής σκλαβιάς.

 

Δυστυχώς, μέσα στην παρούσα υγειονομική κρίση στη χώρα μας και στον κόσμο, δεν μπορούμε να αποτίσουμε λόγω συγκυριών τον δέοντα φόρο τιμής στην εμβληματική αυτή Επέτειο με τη μεγαλοπρέπεια που της αρμόζει.  Το γεγονός αυτό, όμως, καθόλου δε μετριάζει τη λαμπρότητα και τη συμβολική αξία της Μεγάλης Μέρας! Γιατί μέσα στον λιτό, αλλά ουσιαστικό εορτασμό της, είναι συμπυκνωμένη η πεμπτουσία της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας κι η σημειολογία της Αναγέννησης του ανεξάρτητου Νέου Ελληνικού κράτους.

 

Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή, διαπιστώνουμε ότι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453 και για 400 ολόκληρα χρόνια οι Έλληνες υφίστανται τις ταπεινώσεις της πιο σκληρής οθωμανικής κυριαρχίας: βίαιοι εξισλαμισμοί, βάρβαρο παιδομάζωμα, βαριά φορολογία, αναγκαστική ναυτολογία, αρπαγές και σφαγές. Όμως, παρά τα μαρτύρια, οι πρόγονοί μας κατόρθωσαν να μην αφομοιωθούν από τους Τούρκους και να διατηρήσουν την εθνική τους συνείδηση έχοντας ως συνεκτικούς αρμούς την Ορθόδοξη πίστη,  την ελληνική γλώσσα και την κοινοτική τους οργάνωση.

 

Η ακράδαντη  πεποίθηση των Ελλήνων ότι είναι οι συνεχιστές της αρχαίας κληρονομιάς και της βυζαντινής παράδοσης ενισχύονταν από την Εκκλησία, την «κιβωτό του Έθνους» και τους σπουδαίους Δασκάλους του Γένους, τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τον Ρήγα Φεραίο, τον Αδαμάντιο Κοραή, τον Ευγένιο Βούλγαρι, τον Άνθιμο Γαζή, τον Κωνσταντίνο Κούμα, κ.ά., που έσπειραν στην κυριολεξία τον σπόρο της λευτεριάς και τον πότισαν με το αίμα τους.

 

Η θεοΰφαντη στολή της Ορθοδοξίας, που «ενεδύθη ως σαρκίον» ο Ελληνισμός, ήταν ασπίδα σωτηρίας, καθώς με τη συνεχή και συστηματική Πατριαρχική μέριμνα για την καλλιέργεια των γραμμάτων στη σκλαβωμένη Ελλάδα, αλλά και με τα προνόμια για την τοπική αυτοδιοίκηση και την εκπαίδευση των Ελλήνων,  έμεινε ζωντανή η γλώσσα, η παράδοση κι η εθνική συνοχή.

 

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821, που αποτέλεσε για όλη την Ευρώπη σύμβολο της απελευθέρωσης, είναι ενταγμένη στο ιδεολογικό πλαίσιο του 19ου αιώνα, μιας εποχής με σκληρούς αγώνες για την κατάκτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης των λαών, μιας εποχής που επηρεάστηκε από την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση.

 

Η ανάπτυξη της ναυτιλίας, του εμπορίου και της βιοτεχνίας δημιούργησε μια οικονομικά ισχυρή τάξη Ελλήνων στο εσωτερικό της χώρας και στις παροικίες του εξωτερικού, που ενισχύθηκε από τις ιδέες του Διαφωτισμού και εστίασε στην πνευματική αναβάθμιση του Γένους μέσα από τη μόρφωση.

 

Έτσι, μετά από περίπου 150 αποτυχημένες εξεγέρσεις τοπικού χαρακτήρα που ξέσπασαν πριν το 1821 και που όλες σχεδόν πνίγηκαν στο αίμα, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για τη μεγάλη Εθνεγερσία, παρότι η λογική έλεγε ότι δεν μπορούσαν λίγοι αδύναμοι, φτωχοί και άοπλοι να αντιμετωπίσουν την πανίσχυρη Οθωμανική Αυτοκρατορία. «Στο θαύμα κι όχι στη λογική χρωστάει την ανάστασή του το Γένος μας», γράφει ο στρατηγός Μακρυγιάννης.

 

Παρά την αρνητική περιρρέουσα ατμόσφαιρα, εφόσον στην Ευρώπη η Ιερή Συμμαχία των Μεγάλων Δυνάμεων ήταν εχθρική προς την ελληνική επανάσταση και προς κάθε ξεσηκωμό των λαών, το μεγάλο όραμα και η θυσία του Ρήγα Φεραίου, οι ηρωικοί αγώνες των αδούλωτων Σουλιωτών, η προετοιμασία από τη Φιλική Εταιρεία που έδρασε με μυστικότητα, με πρωτεργάτες τους Αθανάσιο Τσακάλωφ, Εμμανουήλ Ξάνθο και Νικόλαο Σκουφά, καθώς και η ένοπλη δράση των Κλεφτών και των Αρματολών, που δεν έπαψε ποτέ, αφύπνισε την αγωνιστικότητα των Ελλήνων, που με το σύνθημα «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ» με ομοψυχία και αυτοθυσία ρίχτηκαν «σαν έτοιμοι από καιρό» στον αγώνα. Οι ελπίδες αιώνων για την εξωτερική βοήθεια από μια μεγάλη προστάτιδα Δύναμη στέρεψαν και ο ελληνικός λαός συνειδητοποίησε ότι πρέπει να δώσει ΜΟΝΟΣ τον δικό του «αγώνα υπέρ βωμών και εστιών».

 

Πρώτος ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τους Ιερολοχίτες του κήρυξε την επανάσταση στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας στις 24 Φεβρουαρίου 1821, και μετά την ήττα των Ελλήνων στο Δραγατσάνι ο αγώνας συνεχίστηκε στην Πελοπόννησο με πρώτο ξέσπασμα της Επανάστασης στα Καλάβρυτα. Στις 23 Μαρτίου ελευθερώθηκε η Καλαμάτα από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και άλλους οπλαρχηγούς και στις 25 Μαρτίου απελευθερώθηκε η Πάτρα κι ο Μεγάλος Αγώνας ξεκίνησε με ελπίδες και προσδοκίες.

 

Από στρατιωτική άποψη οι Έλληνες κατόρθωσαν να οργανώσουν τον στρατό τους και να μεταβάλουν τα άτακτα σώματα των Κλεφτών σε οργανωμένα σώματα πολέμου. Μεγάλοι Οπλαρχηγοί αναδεικνύονται ο εμβληματικός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, γνωστός ως Γέρος του Μοριά, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Μάρκος Μπότσαρης, ο Πανουργιάς, ο Δυοβουνιώτης, ο Μακρυγιάννης, ο Νικηταράς, οι Μαυρομιχαλαίοι και άλλοι πολλοί.

 

Στην πρώτη περίοδο, 1821-1824, οι Έλληνες ενωμένοι καταγράφουν ένδοξες νίκες με ηρωισμό και αυταπάρνηση: Η θυσία του Αθανασίου Διάκου στις 22 Απριλίου στη γέφυρα της Αλαμάνας, η νίκη του Οδυσσέα Ανδρούτσου στις 8 Μαΐου στο Χάνι της Γραβιάς, η νίκη στα Βασιλικά τον Αύγουστο του 1821, η κατάληψη της Τρίπολης στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 και η καταστροφή της Στρατιάς του Δράμαλη στις 26 Ιουλίου 1822 στα Δερβενάκια, αποτέλεσαν πολεμικά επιτεύγματα που εδραίωσαν την αυτοπεποίηθηση των Ελλήνων και χαλύβδωσαν τη θέλησή τους για την κατάκτηση της ελευθερίας.

 

Ο ελληνικός στόλος, απαρτιζόμενος κυρίως από τα εξοπλισμένα καράβια της Ύδρας, των Σπετσών, των Ψαρών, της Κάσου και του Γαλαξιδίου, κατόρθωσε με τα πυρπολικά να αντιμετωπίσει τις πολεμικές φρεγάτες των Τούρκων και να κυριαρχήσει στο Αιγαίο, αναδεικνύοντας ήρωες καπετάνιους και πυρπολητές, όπως ο Ανδρέας Μιαούλης, ο Γεώργιος Σαχτούρης,  ο Γεώργιος Ανδρούτσος, ο Δημήτριος Παπανικολής κι ο Κωνσταντίνος Κανάρης.

 

Από πολιτική άποψη η κατάσταση ήταν δύσκολη:  έλλειψη οικονομικών πόρων,  γεωγραφική διάσπαση της χώρας και διαφοροποίηση της ελληνικής κοινωνίας με ομάδες ποικίλων αντιλήψεων, συμφερόντων και προσανατολισμών. Γεωργοί, κτηνοτρόφοι, έμποροι, ναυτικοί, πρόκριτοι, κλέφτες, αρματολοί, λόγιοι, κλπ. ήταν δύσκολο να συνεργαστούν αρμονικά μετά από 400 χρόνια δουλείας και απουσία πολιτικής και συνεργατικής κουλτούρας.

 

Από διπλωματική άποψη οι δυσχέρειες ήταν εξίσου έντονες και η επαναστατική κίνηση των Ελλήνων ήταν εξαρχής καταδικαστέα. Η ένοπλη παρέμβαση των Ευρωπαίων για την καταστολή της Επανάστασης αποφεύχθηκε, κυρίως, εξαιτίας του Καποδίστρια, που ως Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας προστάτεψε την Ελληνική Επανάσταση υπογραμμίζοντας τον εθνικό και θρησκευτικό της χαρακτήρα. Άλλωστε, οι σφαγές των αμάχων από τους Τούρκους και ο απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’ τον Απρίλιο του 1821 συγκλόνισαν τον χριστιανικό πληθυσμό της Ρωσίας ανάγοντας την Επανάσταση σε έναν αγώνα Χριστιανών με αλλόθρησκους.

 

Όμως,  εκτός από τις επιτυχίες υπήρξαν και μεγάλες ήττες κι ολοκαυτώματα, όπως η καταστροφή της Χίου στις 31 Μαρτίου 1822, όπου σφαγιάστηκαν σχεδόν 30.000 Έλληνες από τους Τούρκους και οι εναπομείναντες εξανδραποδίστηκαν βίαια και πουλήθηκαν σε σκλαβοπάζαρα, και η συντριβή των Ελλήνων στη μάχη του Πέτα της Ηπείρου στις 4 Ιουλίου 1822, όπου χάθηκαν και πολλοί Φιλέλληνες μαζί με τους ντόπιους αγωνιστές.

 

Στη δεύτερη περίοδο, 1824-1829, η Επανάσταση παρουσίασε μια κάμψη στον στρατιωτικό τομέα, εξαιτίας της φυσικής κόπωσης των πολεμιστών και της εξάντλησης των ήδη πενιχρών οικονομικών πόρων. Η άδικη φυλάκιση του Κολοκοτρώνη κι η τραγική δολοφονία του Οδυσσέα Ανδρούτσου στέρησαν από ηγετικά στελέχη τα ελληνικά στρατεύματα, ενώ η απαρχή του εμφύλιου σπαραγμού το 1824 αποδυνάμωνε το ηθικό και το δυναμικό των αγωνιστών. Αντίθετα, οι τουρκικές δυνάμεις ενισχύθηκαν με ισχυρά αιγυπτιακά στρατεύματα και προέβησαν σε ισχυρές αντεπιθέσεις.

 

Η καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών τον Ιούλιο του 1824, η κατάληψη του λιμανιού της Πύλου από τον Ιμπραήμ, η ήττα στο Κρεμμύδι, οι λεηλασίες των αιγυπτιακών στρατευμάτων και η θυσία του Παπαφλέσσα στο Μανιάκι σηματοδοτούν την κρίσιμη δεύτερη περίοδο. Φωτεινές στιγμές ανάκαμψης οι μεγάλες νίκες στη Σάμο και στον Γέροντα τον Αύγουστος του 1824, η επιτυχία στον Καφηρέα τον Μάιο του 1825, αλλά και η μεγαλειώδης κατάληψη της Τρίπολης από τον Κολοκοτρώνη.

 

Κορυφαία τραγική στιγμή της Επανάστασης: η σκληρή πολιορκία επί ένα χρόνο και τελικά η ηρωική έξοδος του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1825, που κορύφωσε το φιλελληνικό ρεύμα. Για το τραγικό αυτό έπος ο Διονύσιος Σολωμός έγραψε ένα σπουδαίο ποιητικό έργο, τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», που η γενναιότητά τους λύγισε όλη την Ευρώπη.

 

Έτσι, οι λάτρεις της κλασικής παιδείας και της αρχαιότητας είδαν τους «οπλοφόρους φουστανελάδες» ως τον λαό που ενσαρκώνει επί χιλιετίες τις ίδιες ιδέες και τα ίδια ιδανικά. Σπουδαίες προσωπικότητες κοσμούν το κάδρο των Φιλελλήνων, ονόματα και πρόσωπα αγαπημένα μέχρι σήμερα: Λόρδος Μπάιρον, Βίκτωρ Ουγκώ, Ρεμπώ, Σατωμπριάν, Πούσκιν, Τζάρβις, Τσόρτς, Ιωάννης Γαβριήλ Εϋνάρδος, Σίλερ, Κάρολος Φαβιέρος, Σανταρόζα, Γκόρντον, και πολλοί άλλοι… ωσεί Έλληνες!

 

Το πανευρωπαϊκό ρεύμα συμπάθειας προς την αγωνιζόμενη Ελλάδα, ο Φιλελληνισμός, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, στην υλική και ηθική ενίσχυση του ένοπλου αγώνα και, τελικά, ανάγκασε τις φιλελεύθερες κυβερνήσεις να ενεργοποιηθούν υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Στα κύματα συμπαράστασης από όλο τον κόσμο, αλλά  και στη διορατική πολιτική του Τζορτζ Κάνινγκ, υπουργού Εξωτερικών και μετέπειτα Πρωθυπουργού της Αγγλίας, οφείλεται η μεταστροφή της αγγλικής πολιτικής, αρχικά, και όλων των Μεγάλων Δυνάμεων στη συνέχεια, υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Την περίοδο αυτή έλαμψε το άστρο του μεγάλου Στρατηγού Γεώργιου Καραϊσκάκη, που νίκησε στη μάχη της Αράχοβας (Νοέμβριος 1826) και  απελευθέρωσε τον Πειραιά. Ο Καραϊσκάκης τραυματίστηκε θανάσιμα σε μια μικροσυμπλοκή κι έχασε τη ζωή του αφήνοντας μεγάλο ηγετικό κενό.

 

Κι ενώ η Επανάσταση φτάνοντας στο πιο καίριο σημείο της φάνηκε να καταρρέει, η υποστήριξη και η σύμπραξη των Μεγάλων Δυνάμεων οδήγησαν τελικά στην ιστορική Ναυμαχία του Ναβαρίνου και στην υπογραφή του Πρωτοκόλλου της Ανεξαρτησίας, στις 3 Φεβρουαρίου 1830, όπου ορίστηκαν τα στενά όρια του πρώτου Ελληνικού κράτους. Ο αγώνας του ελληνικού λαού απέδειξε ότι η προσήλωση στην ελευθερία, η αγωνιστικότητα και η ισχυρή θέληση ενός λαού μπορούν ν’ αλλάξουν την ιστορική του μοίρα.

 

Η Απελευθέρωση των Ελλήνων έδωσε το εναρκτήριο λάκτισμα για τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ίδρυση των Βαλκανικών κρατών. Ταυτόχρονα, ήταν ένας πυλώνας για το φιλελεύθερο κίνημα της Ευρώπης κι ένα μεγάλο χτύπημα στην πολιτική της Ιερής Συμμαχίας. Το νεοσύστατο Ελληνικό κράτος, παρά την περιορισμένη γεωγραφική του έκταση, την οικονομική του ένδεια και τη στρατιωτική του αδυναμία, ήταν η απαρχή για την ολοκλήρωση των εθνικών μας πόθων.

 

Με γενναίους αιματηρούς αγώνες που μείωσαν στο μισό τον ελληνικό πληθυσμό και με άθλους πολεμικούς που πήραν μυθικές διαστάσεις στη συνείδηση όλων των αγωνιζόμενων λαών διαμορφώθηκε τελικά η ιδιοσυστασία του Νέου Ελληνισμού. Οι Έλληνες δημιούργησαν μια Ηρωική Νεοελληνική Παράδοση, που καθόρισε την πορεία του Έθνους μας αυτά τα 200 χρόνια και απέδειξε ήδη πολλές φορές σε κρίσιμους καιρούς ότι «καλά κρατεί!»

 

Ποια είναι, όμως, η σημασία αυτής της επετείου στην παρούσα συγκυρία; Τι ακριβώς σημαίνει για τα νέα παιδιά της πατρίδας μας να στέκουν μπροστά στο εθνικό μας Εικονοστάσι και να αντικρίζουν τα λαμπρά προσκυνητάρια του παρελθόντος;

 

Σημαντικό αντίκρισμα έχει η αναζωπύρωση της εθνικής συλλογικής μας μνήμης και η ανάδειξη της λαμπρής ιστορικής κληρονομιάς που μας κληροδότησαν μέσα από αγώνες, έργα παρακαταθήκες, τρόπαια νικών αλλά και επιτύμβια θυσιών οι πρόγονοί μας. Σκοπός της ιστορικής σκέψης είναι η επίγνωση της συνέχειάς μας και η κατανόηση των ιστορικών γεγονότων είναι μια σθεναρή υποβοήθηση για εκδήλωση υπεύθυνων συμπεριφορών στο παρόν και το μέλλον.

 

«Εγώ κληρονόμος πουλιών / πρέπει / έστω και με σπασμένα φτερά / να πετάω» (Μίλτος Σαχτούρης). Γιατί εμείς οι Έλληνες είμαστε η αναπόσπαστη συνέχεια ενός λαού που έρχεται από μακριά και έχει όλα τα εφόδια της ψυχής και της ιστορίας για να πάει μακριά. Ενός λαού που δημιούργησε αξίες από τα βάθη των αιώνων και επενδύει διαχρονικά σε αυτές: ελευθερία, δημοκρατία, ισονομία, δικαιοσύνη. Ενός λαού που έχει στην παράδοσή του την περηφάνια της ύπαρξης που «άνω θρώσκει» και που πάντα «διψάει για ουρανό».

 

Κι αν «εθνικό είναι ό,τι είναι αληθινό», αυτό που καθορίζει την ιδιοσυστασία μας ως ελληνικό «έθνος» μέσα στην Ευρώπη και  την οικουμένη είναι χρέος μας να το κρατήσουμε ζωντανό. Να δυναμώσουμε την αγάπη μας για την πατρίδα και να την προστατεύουμε. Να στοχεύουμε στην καλλιέργεια της γλώσσας μας και στην εδραίωση του πολιτισμού μας.  Να ανασύρουμε ό,τι πιο δημιουργικό μας χαρακτηρίζει και να αξιοποιούμε τις παραγωγικές δυνάμεις που θα μας βγάλουν από όποια κρίση επιχειρεί να μας αφανίσει ως έθνος.

 

Να λειτουργούμε με αλληλεγγύη και ομαδικό πνεύμα συνεργασίας. Να μάθουμε από τα λαμπρά γεγονότα της ιστορίας να αποφεύγουμε τους αλληλοσπαραγμούς που η χώρα μας ζει σε επανάληψη ανά τους αιώνες. Γιατί τώρα «Είμαστε εις το «εμείς» κι’ όχι εις το «εγώ». Και ξέρουμε καλά πως «Τούτη την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί…» όπως μας λέει ο στοχαστικός Μακρυγιάννης. Κι είμαστε από «καλή γενιά». Και πρέπει να πάμε ακόμα πιο ψηλά!

 

Σεβασμιότατε, Κυρίες και Κύριοι,

Σήμερα καταθέτουμε θυμίαμα ευγνωμοσύνης στα καλλιμάρμαρα μνημεία των ηρώων μας, που έγιναν φωτοβόλοι εθνικοί πίδακες από όπου αρδεύουμε νάματα ζωηφόρα εμείς…

Σήμερα «χτυπάει πιο δυνατά τ’ όνειρο μες το αίμα!» κι εμπεδώνεται η αταλάντευτη εθνική μας συνείδηση! Είναι η Ώρα της Ευθύνης, της Ευημερίας και της Συλλογικότητας! Η Ώρα της Ελευθερίας!

«Ελευθερία, για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος!» (Oδυσσέας Ελύτης)

Χρόνια πολλά, όπου γης Ελληνίδες και Έλληνες!

Χρόνια πολλά συμπατριώτες μου, κι ελεύθερα!

Σας ευχαριστώ!

 

Όλγα Μούσιου Μυλωνά

Εκπαιδευτικός

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *