O σόσιαλ ο Ντέμοκρατ ο σωστός: Δελτίο σκέψης #11 [Tζον Πορτοκαλάκης]

«Μα είναι δυνατόν να ψηφίζει στις εθνικές εκλογές και να αποφασίζει για το δικό μου μέλλον ο Τζον Πορτοκαλάκης (φανταστικό πρόσωπο) που μένει στο Μανχάτταν τα τελευταία 20 χρόνια; Δεν γνωρίζει καν τα προβλήματα του τόπου μου, την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα, ίσως έχει ξεχάσει ακόμη και τη γλώσσα».

Περίπου έτσι διατυπώνεται στο δημόσιο διάλογο η αντίρρηση Ελλήνων πολιτών για την ‘ψήφο των αποδήμων’· για κάποιους ίσως φαντάζει λίγο εγωιστικό, για τους περισσότερους ίσως δίκαιο.

Υπενθυμίζω ότι το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε τον Δεκέμβριο του 2019 μετά από διαβουλεύσεις πολλών εβδομάδων μεταξύ των κομμάτων προέβλεπε ότι: Δικαίωμα εγγραφής στους εκλογικούς καταλόγους έχουν οι εκλογείς οι οποίοι τα τελευταία 35 χρόνια έχουν ζήσει δύο χρόνια στην Ελλάδα και έχουν υποβάλει φορολογική δήλωση Ε1 ή Ε2 ή Ε3 ή Ε9 είτε το τρέχον είτε το προηγούμενο φορολογικό έτος.

Ας δούμε όμως για τι ακριβώς συζητάμε, ξεκινώντας από το γεγονός ότι η συζήτηση της ψήφου δεν αφορά στο σύνολο των αποδήμων Ελλήνων (υπολογίζονται περισσότεροι από 5εκ) αλλά στους Έλληνες με εκλογικά δικαιώματα (σαφώς λιγότεροι).
Ο ισχύων κώδικας ιθαγένειας έχει ως εξής: Όποιος έχει πρόγονο με ελληνική ιθαγένεια, έχει δικαίωμα να αποκτήσει με μια απλή αίτηση ελληνική ιθαγένεια. Και όποιος έχει ελληνική ιθαγένεια μπορεί να εγγραφεί σε δημοτικούς καταλόγους και εν συνεχεία σε εκλογικούς καταλόγους.

Αφού ξεκαθαρίσαμε σε ποιους απευθυνόμαστε, θα πρέπει να γίνει διακριτή και η διαφορά μεταξύ δικαιώματος ψήφου και πρόσβασης, εννοώντας διευκόλυνσης/άρσης εμποδίων για την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος. Και τούτο διότι η συζήτηση που κάνουμε επί της αρχής δεν αφορά διόλου το δικαίωμα.

Δικαίωμα ψήφου: Όλοι οι Έλληνες πολίτες έχουν δικαίωμα ψήφου, όπου κι αν κατοικούν. Το Σύνταγμα, μάλιστα, ήδη από την αναθεώρηση του 2001, μεριμνά για τη διευκόλυνσή τους στην άσκηση του δικαιώματος εκτός της Ελληνικής επικράτειας· για το λόγο αυτό προβλέπει ειδικά για αυτούς εξαίρεση από την αρχή του ταυτόχρονου της ψηφοφορίας, μια αρχή που εξακολουθεί να ισχύει και να επιβάλλει την ταυτόχρονη διενέργεια της ψηφοφορίας για όσους ασκούμε το εκλογικό μας δικαίωμα εντός Ελληνικής επικράτειας.

Άσκηση του δικαιώματος: Ζητούμενο για μία δημοκρατική πολιτεία εν προκειμένω οφείλει να είναι η διευκόλυνση άσκησης του εκλογικού δικαιώματος του πολίτη. Για παράδειγμα, ακόμη και εντός Ελλάδας, ορίζονται κάλπες ετεροδημοτών, ούτως ώστε να μπορεί να ψηφίζει ο Κιλκισιώτης ετεροδημότης (πατριώτης γαρ) που ζει στην Αθήνα στον τόπο διαμονής του, με βασική προϋπόθεση να υπάρχει ένας επαρκής αριθμός ετεροδημοτών στην εκάστοτε περιοχή που θα δικαιολογεί το κόστος δημιουργίας μίας κάλπης (έξοδα αντιπροσώπων κτλ). Σε κάθε περίπτωση, ο ετεροδημότης μπορεί να μετακινηθεί με το αυτοκίνητό του στον τόπο καταγωγής και να ασκήσει εκεί το εκλογικό του δικαίωμα, όπως αντίστοιχα ο Έλληνας που διαμένει στο εξωτερικό μπορεί να πάρει το αεροπλάνο και να έρθει να ψηφίσει, δηλαδή να ασκήσει το εκλογικό του δικαίωμα.

Μένει το πλέον σημαντικό, το ιδεολογικό πρόσημο αυτής της συζήτησης, το οποίο μάλιστα συνιστά ταυτόχρονα και παράδοξο στην Ελλάδα. Και τούτο, διότι ενώ είναι προφανές ότι σε ζητήματα προσβασιμότητας η αριστερά προηγείται καθώς αυτά συνδέονται με την ισότητα, εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.
Για παράδειγμα, η βελτίωση της πρόσβασης για την άσκηση εκλογικού δικαιώματος αίρει τις ανισότητες μεταξύ πλουσίων και φτωχών Ελλήνων πολιτών που ζουν εκτός Ελλάδας, καθότι δίνει τη δυνατότητα να ψηφίζουν και αυτοί που δεν δύνανται να μετακινηθούν λόγω οικονομικών ή εργασιακών δυσχερειών.
Πέραν τούτου, η περισσότερη συμμετοχή αφορά στην καλύτερη δυνατή αντιπροσώπευση και κατά συνέπεια ευνοεί τη δημοκρατία (αυτό βέβαια αφορά περισσότερο την σοσιαλδημοκρατία και λιγότερο την αριστερά η οποία ιστορικά δεν λατρεύει τη δημοκρατία εξίσου).

Έτσι, συναντάμε την δεξιά παράταξη της ΝΔ και την απόγονο της ‘’μικρής πλην τίμιας Ελλάδας’’ να υπερασπίζεται από θέση συμφέροντος την άρση κάθε περιορισμού ψήφου των Ελλήνων πολιτών που ζουν στο εξωτερικό, καθότι οι περισσότεροι διαμένουν σε προηγμένες χώρες όπου ο καπιταλισμός επικρατεί και ιδεολογικά, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, εξίσου από θέση συμφέροντος, επιλέγει να θέτει εμπόδια σε ένα ζήτημα πρόσβασης που αφορά σε βαθιά δημοκρατικό δικαίωμα των πολιτών. Το ακόμη πιο εντυπωσιακό είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε να αποκλειστεί ο συνυπολογισμός της εξ αποστάσεως ψήφου στο συνολικό εκλογικό αποτέλεσμα, κάτι που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την αρχή της ισότητας. Πάντως, στην Ελλάδα μάς έχουν συνηθίσει σε τέτοια παράδοξα και η θέση αρχής μοιάζει περισσότερο ως το κυνήγι ενός χαμένου θησαυρού παρά μία συνεπή ιδεολογικοπολιτική αφετηρία.

Ως πολιτικό επίλογο, κατανοώ απόλυτα την ένσταση των πολλών για τον Τζον Πορτοκαλάκη που θα ψηφίσει και θα αποφασίσει για τις ζωές μας· όμως ούτε την ασπάζομαι, ούτε φοβάμαι τον Τζον. Αν κάτι φοβάμαι, είναι το ποια κυβέρνηση θα ξεκινήσει να βάζει προϋποθέσεις σε ένα νέο κώδικα ιθαγένειας (το σύνολο δηλαδή των κανόνων που ορίζουν ποιος είναι Έλληνας και ποιος όχι), λαμβάνοντας υπόψη την συνήθη πρακτική ότι η αφετηρία της θα είναι αυτή του συμφέροντος. Οπότε, ίσως το απροϋπόθετο τελικά έχει λιγότερο κόστος.

Πέραν όμως τούτου, βαθιά μέσα μου πιστεύω ότι η Ελλάδα δεν θα γίνει ισχυρή ακόμη και αν μεγαλώσει γεωγραφικά, επενδύοντας σε νέα εδάφη όπως οραματιζόταν στο παρελθόν· αλλά αν επενδύσει σε ανθρώπους έξω από τα σύνορά της. Η διάδραση με τους Έλληνες του εξωτερικού, η διατήρηση και η ενίσχυση των σχέσεων με την πατρίδα τους, η ανταλλαγή πληροφοριών, οι πλατφόρμες συνεργασίας που θα τους περιλαμβάνουν, η βοήθειά τους μέσα από τη δική τους συγκριτική ματιά, οι νέες οριζόντιες συνεργασίες, είναι το κλειδί που μπορεί να ξεκλειδώσει πολλές από τις αγκυλώσεις της χώρας.
Αν αναζητούμε μία μεγάλη και ισχυρή Ελλάδα, θα πρέπει να απλώσουμε τον χάρτη στο τραπέζι και να βρούμε τον ελληνισμό σε κάθε του γωνιά, να ανακτήσουμε σχέσεις και να χτίσουμε νέες, να μιλήσουμε για μια μεγάλη Ελλάδα ξανά, αυτή των ιδεών, του πολιτισμού, των ανθρώπων.

Και να θυμόμαστε κάτι· Το πιο πιθανό είναι ο Τζον να μας νοιάζεται. Και να θέλει με τον δικό του τρόπο να βοηθήσει και αυτός τη χώρα του, τις ρίζες του, την πατρίδα του. Ας μην του το στερήσουμε αυτό· αντιθέτως, ας του δώσουμε την ευκαιρία αλλά και να δούμε αυτή την ευκαιρία για μας. Ας χτίσουμε, λοιπόν, δεσμούς. Ας κοιτάξουμε ανοιχτά αντί για φοβικά, ας διεκδικήσουμε και ας ορίσουμε εμείς έναντι των συγκυριών το μέλλον μας.

 

«Για την δημοκρατική ελευθερία και το καθεστώς στο χώρο εργασίας» #Elizabeth_Anderson

Σε μια μεγάλη συνέντευξή της στο Current Affairs, της οποίας αποσπάσματα παραθέτουμε, η καθηγήτρια Ελίζαμπεθ Άντερσον αναφέρεται στην δημοκρατία και στο είδος ελευθερίας των χώρων εργασίας.
Παρομοιάζει τις σύγχρονες μεγάλες εταιρείες με “ιδιωτικές κυβερνήσεις”, και ιδιότυπες “κομμουνιστικές δικτατορίες».

“Όποτε υπάρχει μια ομάδα ανθρώπων που πρέπει να εκτελέσουν εντολές με την απειλή κυρώσεων, αυτό που έχετε είναι μια μικρή διακυβέρνηση. Τώρα μπορούμε να ρωτήσουμε: ποιο είναι το σύνταγμα αυτής της διακυβέρνησης; Λοιπόν, σίγουρα δεν είναι δημοκρατία γιατί οι άνθρωποι που λαμβάνουν εντολές δεν έχουν καμία ευκαιρία να εκλέγουν τους κυβερνήτες τους ή να τους υποχρεώσουν να λογοδοτήσουν εάν συμπεριφέρονται άσχημα. Στην πραγματικότητα, το σύνταγμα της εταιρικής κυβέρνησης είναι μια δικτατορία σε σχέση με τους ανθρώπους που διατάσσονται γύρω. Έτσι το αποκαλώ δικτατορία – αλλά γιατί είναι κομμουνιστικό; Διότι εξ ορισμού, κάθε κυβέρνηση που κατέχει τα μέσα παραγωγής είναι κομμουνιστική υπό την έννοια του μικρού κ.”

Η Άντερσον υποστηρίζει ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, δεν υφίσταται δυνατότητα επιλογής, δεν υπάρχει λογική εναλλακτική λύση από την αποδοχή εργασίας, και παρομοιάζει αυτή την κατάσταση με την θέση των γυναικών τον 19ο αιώνα, όταν  δεν είχαν άλλη επιλογή από το να παντρευτούν. Σίγουρα, η συγκατάθεσή τους θα χρειαζόταν για να παντρευτούν κάποιο συγκεκριμένο άτομο, αλλά η ιδέα ότι οποιοσδήποτε σημαντικός αριθμός γυναικών θα μπορούσε να αποφύγει το γάμο εντελώς ως τρόπο επιβίωσης δεν ήταν πραγματικά ρεαλιστικός ισχυρισμός.

Η δημοκρατία στον χώρο εργασίας δεν εξαρτάται από την καλοσύνη ή την φιλανθρωπία των εργοδοτών.

“Η βρετανική ιστορία έχει μερικούς καλοπροαίρετους μονάρχες, υποθέτω. Αυτός δεν είναι λόγος να μην έχουμε κοινοβούλιο. Η δημοκρατία είναι απαραίτητη πρωτίστως για την προστασία των εργαζομένων από τις καταχρήσεις από ανθρώπους που έχουν ουσιαστικά απεριόριστη εξουσία. Δεν σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι θα ελέγχουν τα πάντα. Υπάρχουν managers. Υπάρχει όμως και ένας μηχανισμός καταμερισμού ευθυνών, τον οποίο δεν μπορούν να υπερβούν και να μετατρέψουν την εξουσία τους σε ακατέργαστη δύναμη, που χρησιμοποιείται  καταχρηστικά απέναντι στους υφισταμένους τους.”

Το αρχικό όραμα του παραδοσιακού καπιταλισμού ήταν αυτό της ελεύθερης κοινωνίας των ίσων και αυτοαπασχολούμενων βάσει των αρχών της ελεύθερης αγοράς. Η Βιομηχανική Επανάσταση το ανέτρεψε. Σήμερα οι  πολυσύνθετοι οργανισμοί της εποχής μας δεν προσφέρονται για ατομικιστικές λύσεις. Πέρα από την “θετική” ή “αρνητική” ελευθερία, χρειαζόμαστε ένα τρίτο είδος, την δημοκρατική.

“Η δημοκρατική ελευθερία είναι η ελευθερία από την κυριαρχία ενός άλλου, και  κυριαρχία σημαίνει ότι υπόκεισαι στην αυθαίρετη βούληση κάποιου. Εάν αυτός έχει τη δύναμη να σας εξαναγκάσει να κάνετε κάτι χωρίς να λογοδοτήσει σε εσάς, εάν μπορεί να το κάνει για αυθαίρετους λόγους, τότε βρίσκεστε υπό την κυριαρχία του και στερείστε δημοκρατικής ελευθερίας. Η δημοκρατία είναι η λύση που εξασφαλίζει τη δημοκρατική ελευθερία σε περιβάλλοντα όπου απαιτείται κάποιο είδος συνεργασίας ή συντονισμού μεταξύ πολλών ανθρώπων, όταν δεν μπορούμε όλοι να τρέχουμε μόνοι μας αποφασίζοντας αποκλειστικά για τον εαυτό μας”.

Η Άντερσον ισχυρίζεται η εμμονή με τη διανεμητική δικαιοσύνη τείνει συχνά να αποκρύπτει άνισες κοινωνικές σχέσεις, οι οποίες είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικές.

“Στην πραγματικότητα, στις πρώτες μέρες των περισσότερων κομμουνιστικών καθεστώτων, παρατηρούμε ηγέτες του κόμματος που καταναλώνουν πολύ λίγο. Έτσι, δεν ήταν η υπεροχή τους στον πλούτο που δημιούργησε την ανισότητα. Ήταν το γεγονός ότι είχαν τη δύναμη να διατάσσουν άλλους ανθρώπους γύρω τους και να τους απειλήσουν με τρομερές συνέπειες αν δεν υπακούσουν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διανεμητική δικαιοσύνη είναι ασήμαντη, αλλά είναι μόνο μία από τις πολλές ανησυχίες για την ισότητα”.

“Οι άνθρωποι δεν θέλουν μόνο αγαθά, αλλά θέλουν ορισμένα αγαθά μέσω ορισμένων πολύτιμων σχέσεων και έχουν λόγους να μην εμπιστεύονται άλλα είδη σχέσεων στις οποίες υπόκεινται ενδεχομένως στην αυθαίρετη εξουσία άλλων ανθρώπων”.

“Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά μεταξύ της εθελοντικής επιλογής , της προσωπικής επιλογής των κινδύνων για ευχαρίστηση, και των κινδύνων στους οποίους υπόκεισαι επειδή ο εργοδότης σας διατάζει να πάρετε αυτά τα ρίσκα, από τον φόβο να απολυθείτε και να χάσετε τα προς το ζην. Αυτά είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα.”

Είναι δύσκολο να ποσοτικοποιηθούν αυτές οι ανησυχίες χρησιμοποιώντας μια ανάλυση κόστους-οφέλους.

“Νομίζω ότι η καλύτερη εναλλακτική λύση είναι να αφήσουμε τους εργαζομένους να έχουν την δική τους φωνή”, καταλήγει η Άντερσον.

* Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ

 

«Ένας Ευρωπαϊκός φόρος περιουσίας»

Οι Jakob Kapeller, Stuart Leitch and Rafael Wildauer προτείνουν ένα Ευρωπαϊκό φόρο περιουσίας για τη μείωση της ακραίας ανισότητας του πλούτου και τη χρηματοδότηση της ανάκαμψης από την πανδημία.

Πράγματι, εάν χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση μιας «πιο πράσινης Ευρώπης», ένας τέτοιος φόρος θα επέβαλε σημαντικό μερίδιο του βάρους του κοινωνικο-οικολογικού μετασχηματισμού στα πλουσιότερα νοικοκυριά – την κοινωνική ομάδα με το μεγαλύτερο οικολογικό αποτύπωμα. Με την επιβολή της σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα ελαχιστοποιούσε επίσης τη φοροδιαφυγή και θα δημιουργούσε μια κοινή φορολογική βάση, ως θεμέλιο για την αντιμετώπιση της γκάμας των σύγχρονων κοινωνικών προκλήσεων, σηματοδοτώντας πραγματική θεσμική πρόοδο στις πολιτικές ικανότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σε πρόσφατη μελέτη 22 χωρών της ΕΕ βάσει στοιχείων από την Έρευνα Χρηματοδότησης και Κατανάλωσης Νοικοκυριών της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, διαπιστώνουμε ότι το ποσοστό του συνολικού πλούτου που κατέχει το πλουσιότερο 1 τοις εκατό του πληθυσμού είναι περίπου το ένα τρίτο, ενώ το ευρισκόμενο στο κατώτερο μισό του συνολικής διανομής πλούτου κατέχει μόνο περίπου το 3 τοις εκατό.

Οι παρατηρήσεις αυτές προκαλούν γενικές ανησυχίες σχετικά με τη δικαιοσύνη, αλλά και πιο συγκεκριμένες σκέψεις σχετικά με το πώς οι ανοιχτές κοινωνίες μπορούν να αντιμετωπίσουν μια τόσο υψηλή και αυξανόμενη ανισότητα. Πώς μπορούν να αποφευχθούν οι εντατικοποιημένες κοινωνικές διασπάσεις και η αυξημένη αστάθεια; Πώς πρέπει να διατηρηθεί η ποιότητα των πολιτικών θεσμών; Και πώς θα γίνει να αντιμετωπιστούν οι μελλοντικές προκλήσεις, όταν τα ευρωπαϊκά φορολογικά συστήματα για τη δημιουργία των απαιτούμενων πόρων είναι μόνο ελαφρώς αναδιανεμητικά;

Ένα σαφές πλεονέκτημα ενός τέτοιου φόρου είναι ότι θα επηρέαζε μόνο μια μικρή μειοψηφία νοικοκυριών –περίπου το 3% του ευρωπαϊκού πληθυσμού, υποθέτοντας μια εύλογη απαλλαγή για το πρώτο 1 εκατομμύριο ευρώ καθαρού πλούτου (συνολικό ενεργητικό μείον συνολικό χρέος) και ακόμη λιγότερους αν το όριο ήταν υψηλότερο – αλλά τελικά θα ωφελούσε τους πάντες συμβάλλοντας στη διασφάλιση ενός ασφαλούς , δίκαιου και βιώσιμου μέλλοντος για τις ευρωπαϊκές οικονομίες και κοινωνίες.

 

Στην έκθεσή τους αναλύουν τέσσερα φορολογικά σενάρια:

1) Ένας ενιαίος φόρος (μοντέλο Ι), 2% επί του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ.

2) Ένας ελαφρώς προοδευτικός φόρος (μοντέλο II), ο οποίος ξεκινά από το 1% του καθαρού πλούτου άνω του 1 εκατομμυρίου ευρώ και καταλήγει στο 3% του καθαρού πλούτου άνω των 5 εκατομμυρίων ευρώ.

3) Ένα έντονα προοδευτικό μοντέλο (μοντέλο III), το οποίο ξεκινά από το 2% του καθαρού πλούτου άνω των 2 εκατομμυρίων ευρώ και καταλήγει στο 10% του καθαρού πλούτου των νοικοκυριών άνω των 500 εκατομμυρίων ευρώ.

4) Το τέταρτο μοντέλο είναι εξαιρετικά προοδευτικό και βασίζεται στην πρόταση του Piketty να επιβάλλει ένα ανώτατο όριο στον πλούτο που μπορεί να κατέχει ένα άτομο. Βασίζεται στον μακροπρόθεσμο σκεπτικισμό σχετικά με τη διατήρηση και την επέκταση της ατομικής ελευθερίας, της κοινωνικής σταθερότητας και της δημοκρατικής πολιτικής, εάν η ανεξέλεγκτη συσσώρευση πλούτου συνοδεύεται από διαδοχικές συγκεντρώσεις εξουσίας. Το μοντέλο αυτό εισάγει ένα de facto ανώτατο όριο πλούτου στα περίπου 260 εκατομμύρια ευρώ, με εξαιρετικά προοδευτικά ανώτατα ποσοστά 60 τοις εκατό για τις συμμετοχές πλούτου πέραν αυτού του επιπέδου (1.000 φορές τον μέσο πλούτο της ΕΕ των 22) και 90 τοις εκατό για πλούτο πέραν των 2,6 δισεκατομμυρίων ευρώ.

 

Εκτιμήσεις φορολογικών εσόδων για τα υποδείγματα Ι έως IV, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της φοροδιαφυγής

  Εκτίμηση εσόδων % του ΑΕΠ
Model I: ενιαίος φόρος €192 δισεκατομμύρια 1.6 %
Model II:  ελαφρά προοδευτικός φόρος €224 δισεκατομμύρια 1.9 %
Model III: έντονα προοδευτικός €357 δισεκατομμύρια 3.0 %
Model IV: ανώτατο όριο πλούτου €1,281 δισεκατομμύρια 10.8 %

 

Συνεπώς, ένας ευρωπαϊκός φόρος περιουσίας είναι εφικτός και δίκαιος. Έχει τη δυνατότητα να παράγει μεγάλα έσοδα, τα οποία μπορούν να επενδυθούν σε μια πιο δίκαιη και βιώσιμη Ευρώπη.

 

** Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ

*Τα σκίτσα δια χειρός Χρήστου Παπανίκου. Οι διάλογοι του φλύαρου του Ντέμοκρατ.

**Οι νέοι αναγνώστες του Ντέμοκρατ μπορείτε να περιηγηθείτε στα προηγούμενα newsletters πατώντας εδώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *