O σόσιαλ ο Ντέμοκρατ ο σωστός – Κράτος: Ρύθμιση & αναδιανομή (Του Στέφανου Παραστατίδη)

Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να στοχεύει στην οικοδόμηση ενός κράτους που προωθεί την έννοια του χειραφετημένου πολίτη, προστατεύοντάς τον από κάθε μορφή εξουσίασης και εξάρτησης που μπορεί να προκύψει στο εργασιακό και οικογενειακό περιβάλλον, δίνοντας μεγάλη έμφαση στους πλέον ευάλωτους πολίτες που είναι ευκολότερο να γίνουν αντικείμενο κυριαρχίας από τους εκάστοτε ισχυρούς της καθημερινότητάς του.

Για τη σοσιαλδημοκρατία ο ρόλος του κράτους δεν είναι ούτε το κράτος νυχτοφύλακας του οικονομικού φιλελευθερισμού ούτε το κράτος-επιχειρηματίας μιας σοσιαλιστικής αντίληψης. Ο ρόλος του κράτους προσδιορίζεται από αρχές και δεν είναι ένα στατικό μέγεθος, αλλά προσδιορίζεται απ’ τις περιστάσεις και χαρακτηρίζεται από ευελιξία.

Άλλες ήταν οι απαιτήσεις που είχαμε από το κράτος στην προ πανδημίας εποχή, άλλες επί covid, άλλες όταν θα έχει υποχωρήσει η πανδημία. Άλλες ήταν οι απαιτήσεις πριν απ’ την εφεύρεση του internet και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και άλλες τώρα.

Ο ρόλος του κράτους χαρακτηρίζεται όμως από αρχές οι οποίες δεν μεταβάλλονται. Αυτό που αλλάζει είναι η εξειδίκευση η εφαρμογή τους σε κάθε εποχή. Ποιες είναι λοιπόν αυτές οι αρχές;

  • Η πρώτη αρχή είναι η διασφάλιση της ισότητας των ευκαιριών ή, για να χρησιμοποιήσω, έναν όρο από τον χώρο των επιχειρήσεων και του εμπορίου, το level playing field. Συνοπτικά, η σοσιαλδημοκρατία πρεσβεύει ότι το κράτος θα πρέπει να προσπαθεί να διασφαλίσει ότι όλα τα μέλη μιας κοινωνίας ξεκινούν, όσο γίνεται περισσότερο, από μια ενιαία αφετηρία. Φυσικά αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο αφού η περιουσία, τα ταλέντα, το οικογενειακό περιβάλλον, το εισόδημα και τόσοι άλλοι παράγοντες τοποθετούν τον καθέναν μας σε διαφορετική αφετηρία.
    Ο ρόλος όμως του κράτους είναι να διασφαλίσει ότι τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματα του καθενός θα αποτελέσουν όσο το δυνατόν μικρότερο εμπόδιο στην υλοποίηση των σχεδίων ζωής μας.
    Σε αυτή την προσπάθεια το κράτος έχει θεμελιώδη ρόλο σε πεδία όπως η εκπαίδευση, η οποία μπορεί να συμβάλλει καθοριστικά στην άμβλυνση των διαφορών εκκίνησης. Τα καλά δημόσια σχολεία και πανεπιστήμια είναι επιταγή μιας δίκαιης κοινωνίας και μηχανισμός κοινωνικής ανόδου.
    Ακόμη, παρόμοιο ρόλο άμβλυνσης των διαφορών εκκίνησης επιτελεί η φορολόγηση της περιουσίας. Η φορολογία αποτελούσε και θα εξακολουθήσει αποτελεί τον πιο σημαντικό αναδιανεμητικό μηχανισμό του κράτους.
    Επιπλέον, σημαντική διάσταση του level playing field στο οικονομικό πεδίο αποτελεί η ενίσχυση του ανταγωνισμού, που δεν είναι συντηρητική έννοια, αλλά βαθιά προοδευτική: ο πραγματικός ανταγωνισμός, αυτός που δεν γίνεται με υπόγειες ενισχύσεις και παρεμβάσεις απ’ το κράτος, βελτιώνει τα προϊόντα, μειώνει τα κόστη για τους καταναλωτές και τελικά συμβάλλει στη δίκαιη επικράτηση των πιο υγιών επιχειρήσεων και όχι εκείνων που στήνουν καρτέλ ή διαθέτουν τις πιο προνομιακές πολιτικές προσβάσεις.
  • Η δεύτερη αρχή την οποία θα πρέπει να υπηρετεί το κράτος είναι η καταπολέμηση των ανισοτήτων αποτελέσματος, οι οποίες μπορεί να προκύπτουν παρά την άμβλυνση της ανισότητας των ευκαιριών. Αυτό γιατί η ισότητα των ευκαιριών μπορεί να οδηγήσει σε πολύ διαφορετικές κατανομές πόρων μετά την παρέμβαση των συναλλαγών εντός της ελεύθερης αγοράς, η οποία αποτελεί μηχανισμό ευημερίας.
    Ένα παράδειγμα ένα χρήσιμο: αν υποτεθεί ότι ο μόνος πόρος είναι τα χρήματα και δώσω 10.000 ευρώ σε δύο άτομα, θα τα αξιοποιήσουν πολύ διαφορετικά λόγω των ταλέντων/των κλίσεων, της τύχης/των περιστάσεων, της φαντασίας, της εργατικότητας τους και πολλών άλλων χαρακτηριστικών τους. Ο ένας μπορεί να είναι ο Bill Gates και να δημιουργήσει την Microsoft και ο άλλος απλά να τα δαπανήσει.
    Ο ρόλος του κράτους, κατά τη σοσιαλδημοκρατική αντίληψη, είναι να αμβλύνει τις ανισότητες που οφείλονται στα ταλέντα και στην τύχη, χωρίς όμως να εξαλείψει τα στοιχεία της επιλογής και της εργατικότητας. Άλλωστε οι ανθρώπινες κοινωνίες έχουν ωφεληθεί τα μέγιστα στη διάρκεια της ιστορίας τους από προικισμένες μονάδες που τις πήγαν πολύ παραπέρα.
    Υπό αυτή την έννοια οι ασθενέστεροι πολίτες ενδέχεται σε μια κοινωνία που αποδέχεται έναν ορισμένο βαθμό ανισότητας να βρίσκονται σε καλύτερη θέση από μία κοινωνία οριζόντιου εξισωτισμού (βλ. και τη συναφή αρχή της διαφοράς του Τζων Ρωλς).
    Το κράτος όμως μεριμνά και για τους πολλούς που μπορεί να μην διαθέτουν αυτές τις σπάνιες δεξιότητες. Τους προστατεύει σε περίπτωση κακοτυχίας, τους περιθάλπει και τους ενισχύει. Όπως η παιδεία στο επίπεδο της ισότητας των ευκαιριών, στο επίπεδο της άμβλυνσης των ανισοτήτων κρίσιμες είναι και πάλι η φορολογία, αυτή τη φορά τόσο στην περιουσία όσο και στο εισόδημα όσο και η ενίσχυση των δημοσίων δομών στήριξης, όπως η υγεία και η κοινωνική πρόνοια. Η πανδημία έδειξε και πάλι πόσο καθοριστικός μπορεί να είναι ο ρόλος της υγειονομικής περίθαλψης απέναντι σε τεράστιες προκλήσεις.
  • Τρίτη αρχή η διεθνής και παγκόσμια συνεργασία. Αναμφίβολα το κράτος διαθέτει ακόμα μία μοναδική ικανότητα συντονισμού της δράσης των ιδιωτών και των δημοσίων υποδομών σε περιπτώσεις κρίσεων, τέτοια που σπανίως διαθέτουν οι ιδιώτες από μόνοι τους, όπως μας θύμισε η πανδημία.
    Η πανδημία όμως μας θύμισε και κάτι άλλο: πως ζούμε σε έναν κόσμο όπου τα κράτη από μόνα τους, παρά τις δυνατότητες άσκησης εσωτερικής πολιτικής που διαθέτουν, είναι πολύ μικρά για να αντιμετωπίσουν παγκόσμιες προκλήσεις όπως οι πανδημίες, η κλιματική αλλαγή και η φοροαποφυγή του μεγάλου κεφαλαίου με τη χρήση φορολογικών παραδείσων.
    Στα πεδία αυτά απαιτείται όχι τόσο η δράση του κράτους, αλλά η αναγνώριση των ορίων της. Η παγκόσμια συνεργασία δηλώνει ανοιχτούς ορίζοντες απέναντι σε μια σειρά προβλημάτων που θα γίνονται όλο και περισσότερο παγκόσμια και διεθνοποιημένα.
    Προς την ίδια κατεύθυνση, αυτή της αναγνώρισης των εγγενών ορίων των δυνατοτήτων του κράτους, κινείται και η σύμπραξη του κράτους με τον ιδιωτικό τομέα, και πάλι σε τομείς όπου αυτή η σύμπραξη προσφέρεται (βλ. το ενδιαφέρον παράδειγμα της εξερεύνησης του διαστήματος).
  • Τέταρτο άξονα του κράτους για τη σοσιαλδημοκρατία αποτελεί ένα σύνολο αρχών που αφορούν τη δημόσια διοίκηση: η χρηστή διοίκηση, τα ανοιχτά δεδομένα, η καταπολέμηση της διαφθοράς και η διαφάνεια. Αυτοί οι στόχοι επιτυγχάνονται με τη θέσπιση κανόνων, θεσμών και ανεξάρτητων αρχών και όχι με ευχολόγια ή με προσφυγή στην ατομική ακεραιότητα των εκάστοτε κυβερνώντων.
    Προοδευτική αντίληψη του κράτους είναι η αντίληψη που πιστεύει στους θεσμούς και δεν επαφίεται στα πρόσωπα. Στο ελληνικό πλαίσιο, χαρακτηριστικά τέτοια επιτυχημένα παραδείγματα αποτελούν παλαιότερα το ΑΣΕΠ ή τα ΚΕΠ, και, πιο πρόσφατα η Διαύγεια και η ηλεκτρονική συνταγογράφηση.
    Η διαφάνεια και τα ανοιχτά δεδομένα εκμηδενίζουν τα οριζόντια κόστη πρόσβασης για τους πολλούς και μειώνουν την ισχύ συγκεκριμένων ομάδων. Αντιστοίχως, κακό παράδειγμα διαχείρισης δεδομένων αποτελεί η πανδημία από την παρούσα κυβέρνηση, οπού πέρασαν πολλοί μήνες ώστε να έχουμε πρόσβαση σε πολλούς δείκτες κρίσιμους για την κατανόηση της έκτασης της πανδημίας στην Ελλάδα, αλλά και στην καθημερινότητά μας (ενεργά κρούσματα, αριθμός τεστ, γεωγραφική κατανομή κρουσμάτων κ.α.)
  • Πέμπτη αρχή η σημασία της ρύθμισης νέων πεδίων οικονομικής, τεχνολογικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Θυμίζω παραδείγματα που έχουν ανακύψει τα τελευταία χρόνια: τεχνητή νοημοσύνη, Airbnb, τηλεργασία, ακόμη και νέες μορφές μετακίνησης (ηλεκτρονικά πατίνια) κ.α.
    Δεν θα πρέπει να θεωρούμε πως κάθε ρύθμιση αποτελεί εξ ορισμού κρατισμό. Όπως στο παρελθόν, όταν αναδύθηκαν νέες δραστηριότητες, έτσι και τώρα η ρυθμιστική παρέμβαση του κράτους είναι επιβεβλημένη ούτως ώστε α) να αποδίδεται η ευθύνη σε περιπτώσεις αδικοπραξίας και β) να προστατεύονται τα ασθενέστερα μέρη (βλ. λ.χ. εργαζόμενοι στην τηλεργασία).
    Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν εδώ οι διαδικτυακοί κολοσσοί (Facebook, Amazon, Twitter), οι οποίοι συγκεντρώνουν τεράστιες ποσότητες πληροφοριών τις οποίες και ελέγχουν βέβαια με αλγορίθμους την πρόσβαση των χρηστών τους σε πληροφορίες και προϊόντα. Και πάλι τα κράτη, αξιοποιώντας και τη διεθνή συνεργασία, θα πρέπει να είναι έτοιμα να ρυθμίσουν τα πεδία αυτά, ώστε οι φορείς αυτοί να μην αποκτούν υπέρμετρη ισχύ και να λειτουργούν ανεξέλεγκτοι.
    Η ρύθμιση θα εξακολουθήσει να αποτελεί μια απ’ τις μεγάλες προνομίες του κράτους και θα πρέπει, χωρίς να αποθαρρύνει νέες δραστηριότητες, να ορίζει κανόνες λειτουργίες και να μην αφήνει κανέναν έξω απ’ την ομπρέλα του νόμου.

Πέραν των αρχών που περιγράφω, το κράτος πρέπει να λειτουργεί ως ένας ζωντανός οργανισμός· να αναπνέει, να προσαρμόζεται, να βρίσκεται σε συνεχή ;ώσμωση με την κοινωνία. Η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία οφείλει να προωθεί την ιδέα ενός κράτους που ενθαρρύνει τους διαβουλευτικούς και συμμετοχικούς θεσμούς, που αποκεντρώνει και δεν διακρίνει μονάχα τις εξουσίες, που ενθαρρύνει και δεν καθυποτάσσει στην ελεύθερη πληροφόρηση και ενημέρωση.

Διότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα κράτος που δεν θα ελέγχει ή περιορίζει, αλλά θα λειτουργεί ως ένα εργαλείο υπηρέτησης ανώτερων αξιών, όπως είναι η κοινωνική δικαιοσύνη, η πολιτική ισότητα και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

«Ανασυνθέτοντας εκ νέου το κράτος για την αξιοποίηση της έξυπνης πράσινης
ανάπτυξης και ευημερίας» #Carlota_Perez

Στην παρέμβαση της στην συλλογική έκδοση της  FEPS: «OUR EUROPEAN FUTURE», η Carlota Perez – Καθηγήτρια του University College London, αναφέρεται στον τρόπο που πρέπει να συνδυάσουμε την πράσινη ανάπτυξη με την ανασύνθεση του κράτους και τον αφοπλισμό του λαϊκισμού.

Ακολουθώντας το ιστορικό μοτίβο, μια μετατόπιση της οικονομικής πολιτικής και σκέψης έχει πλέον καθυστερήσει: θα έπρεπε να είχε συμβεί μετά την οικονομική κρίση του 2008. Μέχρι την πανδημία του 2020, οι κυβερνήσεις παρέμειναν παγιδευμένες στη λιτότητα, απρόθυμες να παρέμβουν στην ελεύθερη αγορά και αφήνοντας την χρηματοοικονομία, παρά την παραγωγή, να καθορίσει την κατεύθυνση της οικονομίας, από τη μία φούσκα στην άλλη.

Η ιστορική μετατόπιση στα τέλη της δεκαετίας του 1940 είδε την απελευθέρωση της επανάστασης της μαζικής παραγωγής. Ήρθε η ώρα για το κράτος να παρέχει το πλαίσιο για μια χρυσή εποχή της κοινωνίας της πληροφορίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο λαϊκισμός έχει συγκεντρώσει δύναμη, όπως σε κάθε τεχνολογική επανάσταση – το 1840, το 1890 και το 1930 – μετά από μια μεγάλη οικονομική κατάρρευση.

Ο λαϊκισμός είναι ένα κουδούνι συναγερμού. Πολλοί άνθρωποι φοβούνται για το μέλλον τους και πιστεύουν ότι τα παιδιά τους θα ζήσουν χειρότερα από τους ίδιους. Η δυσαρέσκεια αυξάνεται και οι λαϊκιστές ηγέτες συμπλέουν με το κύμα που δημιουργείται.

Ήταν όμως η σοσιαλδημοκρατία και όχι ο εθνικισμός ή ο κομμουνισμός, που έδωσε πραγματικά μια καλύτερη κοινωνία, μέσω των πολιτικών του New Deal και του κράτους πρόνοιας.
Οι σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές ήταν υπεύθυνες για την μεταπολεμική έκρηξη, για την «χρυσή τριακονταετία», όταν τα υψηλά κέρδη συνοδεύονταν από καλούς μισθούς και μειωμένη ανισότητα.

Η σοσιαλδημοκρατία αφορά ένα παιχνίδι θετικού αθροίσματος μεταξύ επιχειρήσεων και κοινωνίας, και αυτό είναι που απαιτείται σήμερα. Τώρα είναι η ώρα να κατακτήσουμε με τόλμη το κέντρο της κοινωνίας, με ένα δημιουργικό επιχειρηματικό κράτος που συνεργάζεται με έναν δυναμικό ιδιωτικό τομέα και μια ενεργά συμμετέχουσα κοινωνία, όλα κινούμενα προς την ίδια κατεύθυνση.
Η σύγχρονη Τεχνολογική Επανάσταση έφερε δύο κύματα πόνου σε σημαντικά τμήματα του πληθυσμού του προηγμένου κόσμου. Το πρώτο κύμα προέκυψε από την παγκοσμιοποίηση της παραγωγής σε αναζήτηση εργασίας χαμηλού κόστους. Το δεύτερο κύμα είχε να κάνει με την τεχνολογική ανεργία και την ανειδίκευση. Αυτή ήταν μια υπόγεια εξέλιξη από τη δεκαετία του 1980 και θα μπορούσε να ενταθεί τα επόμενα χρόνια, με την πρόοδο στην τεχνητή νοημοσύνη και τη ρομποτική.
Η Covid-19 έχει φέρει ένα τρίτο κύμα απώλειας θέσεων εργασίας. Υπάρχουν πράσινες πολιτικές που δημιουργούν θέσεις εργασίας και άλλες που τις καταστρέφουν. Το ποια διαδρομή επιλέγουμε κάθε φορά, κάνει μια σημαντική κοινωνική διαφορά.

Τέσσερα στοιχεία πρέπει να σκεφτούμε εάν θέλουμε να επιτύχουμε ανάπτυξη και να την ενισχύσουμε, αλλάζοντας τη φύση της προς την κοινωνική και περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Αυτό το νέο μοντέλο πρέπει να είναι έξυπνο (που σημαίνει ψηφιακό), πράσινο, δίκαιο και παγκόσμιο.

Η έξυπνη ανάπτυξη συνεπάγεται τη χρήση της  τεχνολογίας για την αποϋλοποίηση της ανάπτυξης, την ικανοποίηση αναγκών με υπηρεσίες και όχι με προϊόντα – όπως έχει ήδη συμβεί σε μεγάλο βαθμό με τη μουσική, τις ταινίες και τα βιβλία – μειώνοντας έτσι τη χρήση ενέργειας και υλικών. Περιλαμβάνει τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης και ρομποτικής για την αύξηση της παραγωγικότητας σε ορισμένους τομείς της οικονομίας, ενώ δημιουργεί τεράστιο αριθμό θέσεων εργασίας στους νέους πράσινους τομείς.

Η πράσινη ανάπτυξη δεν σημαίνει απλώς μια μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Απαιτεί επίσης ριζική μείωση των αποβλήτων, την ανάπτυξη βιολογικών υλικών και βιοκαυσίμων, μια «κυκλική οικονομία», βιώσιμα σπίτια και κινητικότητα, τον επανασχεδιασμό των πόλεων, διαρκή αγαθά που είναι πραγματικά ανθεκτικά. Τέτοιες αλλαγές είναι ιδιαίτερα σημαντικές ως η μεγαλύτερη πηγή νέων θέσεων εργασίας.

Η δίκαιη ανάπτυξη είναι η δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για τη μείωση των διαφορών στις ευκαιρίες και την προώθηση ενός δικαιότερου ποσοστού ανταμοιβών στη διαδικασία δημιουργίας πλούτου. Η μεγαλύτερη ισότητα περιλαμβάνει χρήματα, σίγουρα, αλλά και δεξιότητες και εκπαίδευση. Ενώ ένα σπίτι ήταν το πιο σημαντικό πλεονέκτημα για τη διασφάλιση της ζωής σε περιόδους μαζικής παραγωγής, η εκπαίδευση έχει γίνει το πιο κρίσιμο στη νέα κοινωνία της γνώσης. Η κυβερνητική υποστήριξη – ισοδύναμη με αυτήν που κάποτε προωθούσε την ιδιοκτησία κατοικίας – πρέπει τώρα να στοχεύει στην εκπαίδευση.

Η παγκόσμια ανάπτυξη, αφορά μια ευρεία αναπτυξιακή προσπάθεια, ένα είδος σχεδίου Marshall για τις χώρες που υστερούν. Εκτός από το ότι η επακόλουθη εμπορική σχέση είναι αμοιβαία επωφελής, η διαδικασία θα ανακόψει την μετανάστευση, η οποία είναι μια διαρροή εγκεφάλων για τις αναπτυσσόμενες χώρες και ένα πολιτικό πρόβλημα για τις ανεπτυγμένες.

Είναι ζωτικής σημασίας να κατανοήσουμε ότι πολλές από τις τρέχουσες πολιτικές και τα θεσμικά μας όργανα είναι ξεπερασμένα, καταλήγει η Perez. Ο στόχος θα ήταν να δημιουργηθεί ένα παιχνίδι win-win μεταξύ επιχειρήσεων και κοινωνίας, μεταξύ προηγμένων, αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων χωρών, μεταξύ ανθρωπότητας και πλανήτη.

* Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ

 

«Όχι μόνο στη Βρετανία -σε ολόκληρη την Ευρώπη, η σοσιαλδημοκρατία χάνει τον δρόμο της» #Tarik_Abou-Chadi #Jane_Gingrich

Όχι μόνο στη Βρετανία -σε ολόκληρη την Ευρώπη, η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να βρεί τον δρόμο της, γράφουν στον Guardian οι καθηγητές Tarik AbouChadi και Jane Gingrich.

Υποστηρίζουν πώς η  εκλογική ήττα των Εργατικών δείχνει περισσότερο την αποτυχία τους να επικοινωνήσουν ένα σαφές κοινωνικο-οικονομικό όραμα, παρά την απώλεια των ψήφων της εργατικής τάξης.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Εργατικοί απέχουν πολύ από το να οφείλονται σε βρετανικές ιδιαιτερότητες, όπως το Brexit , ο «Μπλαιρισμός» ή ο «Κορμπυνισμός». Η τελευταία δεκαετία δεν ήταν ευγενική για τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Κόμματα που κυριάρχησαν στην ευρωπαϊκή πολιτική για το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, το Parti Socialiste στη Γαλλία, το Γερμανικό SPD,οι Σκανδιναβοί Σοσιαλδημοκράτες, έχουν υποστεί μια σειρά από απώλειες.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι οι σοσιαλδημοκράτες έχουν απωλέσει τη παραδοσιακή βάση τους επειδή κινούνται πολύ αριστερά στα νέα «ευαισθητοποιημένα» κοινωνικά ζητήματα, ενώ ταυτόχρονα κινούνται πολύ δεξιά σε οικονομικά ζητήματα. Αυτή η προοπτική είναι τουλάχιστον ατελής και συχνά παραπλανητική.

Οι βαθιές αλλαγές στην ταξική δομή της Ευρώπης σημαίνουν ότι η ελκυστικότητα της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας είναι ολοένα και πιο περιορισμένη. Στη δεκαετία του 1980, πολλά παιδιά εγκατέλειπαν το σχολείο χωρίς κάποιο δίπλωμα, λιγότερες από τις μισές γυναίκες εργάζονταν έξω από το σπίτι και η απασχόληση της εργατικής τάξης συγκεντρώνονταν στη βαριά βιομηχανία και τη μεταποίηση. Σήμερα, ο πληθυσμός είναι πολύ πιο μορφωμένος, η πλειονότητα των γυναικών εργάζεται σε αμειβόμενη εργασία και μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης απασχολείται σε υπηρεσίες λιανικής, φιλοξενίας και φροντίδας. Αυτοί οι διαρθρωτικοί μετασχηματισμοί έχουν δημιουργήσει νέες ομάδες ψηφοφόρων με διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές ανησυχίες.

Εξετάζοντας τι θέλουν αυτές οι μεταβαλλόμενες ομάδες, δεν είναι καθόλου αλήθεια ότι οι σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές δεν είναι δημοφιλείς. Μεγάλα τμήματα των ευρωπαίων ψηφοφόρων υποστηρίζουν ένα ισχυρό κράτος πρόνοιας, προστασία για τους εργαζόμενους και υψηλής ποιότητας δημόσιες υπηρεσίες.

Ωστόσο, οι σοσιαλδημοκράτες στην εποχή μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση προσέφεραν πολύ λίγα στους ψηφοφόρους που πλήττονταν από την οικονομική λιτότητα, εστιάζοντας στην οικονομική ικανότητα παρά στο όραμα για ένα πιο δίκαιο μέλλον. Απέτυχαν σε μεγάλο βαθμό να δημιουργήσουν μια ατζέντα η οποία και να επικοινωνεί ένα σαφές σχέδιο για την οικονομική πολιτική, αλλά να μην επικεντρώνεται μόνο στα οικονομικά.

Σε αντίθεση με την κυρίαρχη αφήγηση, η πτώση δεν οφείλεται αποκλειστικά στην απώλεια ψηφοφόρων της εργατικής τάξης. Στα αναλογικά εκλογικά συστήματα της Ευρώπης, οι υψηλά μορφωμένοι ψηφοφόροι υπερεκπροσωπούνται μεταξύ εκείνων που έστρεψαν την πλάτη τους στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα.

Ένα συνηθισμένο επιχείρημα είναι ότι η απομάκρυνση από τις προοδευτικές πολιτικές για τη μετανάστευση, την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, και την ασφάλεια θα μπορούσε να φέρει πίσω τους ψηφοφόρους της εργατικής τάξης. Η πραγματικότητα δείχνει ότι αυτή η προσέγγιση δεν έχει μέλλον ούτε μακροπρόθεσμα ούτε βραχυπρόθεσμα. Όσοι υποστηρίζουν την αριστερή οικονομική πολιτική τείνουν επίσης να ευνοούν πιο δίκαιες σχέσεις μεταξύ των φύλων, τη φυλετική ισότητα και ένα πιο πράσινο μέλλον. Τα ριζοσπαστικά αριστερά και πράσινα κόμματα συχνά έχουν κερδίσει ψηφοφόρους με αυτά τα αιτήματα, πιέζοντας περαιτέρω τους σοσιαλδημοκράτες.

Τι πρέπει λοιπόν να γίνει; Οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να αναρωτηθούν πώς μπορούν να οικοδομήσουν έναν ευρύ και ανθεκτικό εκλογικό συνασπισμό. Πρέπει να ξεπεράσουν μια εικόνα της εργατικής τάξης, ως λευκών ανδρών σε μια αλυσίδα παραγωγής, με συντηρητικές πολιτιστικές συμπεριφορές. Η πρόκληση είναι να γεφυρώσουν αυτήν τη καινούργια κοινωνική βάση με μια ευρύτερη απήχηση.
Η εμπειρία της κυβέρνησης Μπάιντεν υποδηλώνει ότι η διαμόρφωση μιας πιο ορατής, προοδευτικής στρατηγικής για τη μακροοικονομική πολιτική, με παράλληλη υποστήριξη τόσο της οργανωμένης εργασίας όσο και των συλλογικών και δημόσιων θεσμών, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν επιτυχημένο δρόμο προς τα εμπρός.
** Oλόκληρο το αρχικό κείμενο και μία ελεύθερη δική μας μετάφραση εδώ

 

*Τα σκίτσα δια χειρός Χρήστου Παπανίκου. Οι διάλογοι του φλύαρου του Ντέμοκρατ.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *