Η απολιγνιτοποίηση αποτέλεσε κυβερνητική επιλογή στο πλαίσιο της ενεργειακής μετάβασης και της αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Όμως η ταχύτητα με την οποία εφαρμόστηκε άφησε πίσω της μια περιοχή που ακόμη αναζητά σταθερό βηματισμό. Οι πολίτες βλέπουν τις θέσεις εργασίας να μειώνονται, το ενεργειακό κόστος να αυξάνεται και τη νέα γενιά να φεύγει αναζητώντας προοπτική αλλού.
Την ίδια στιγμή, το ειδικό ομόλογο της ΔΕΗ για τους κατοίκους της Δυτικής Μακεδονίας, ύψους 5 εκατομμυρίων ευρώ, υπερκαλύφθηκε επτά φορές, με τη ζήτηση να φτάνει τα 35 εκατομμύρια ευρώ. Αυτό δείχνει ότι η τοπική κοινωνία θέλει να συμμετέχει ενεργά στη νέα ενεργειακή εποχή και να έχει πραγματικό μερίδιο στην ανάπτυξη της περιοχής. Ταυτόχρονα όμως ανέδειξε και μια πραγματικότητα: δεν έχουν όλοι οι πολίτες την ίδια οικονομική δυνατότητα να συμμετέχουν σε τέτοιες επενδυτικές πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό η δίκαιη μετάβαση δεν μπορεί να αφορά μόνο όσους έχουν κεφάλαια, αλλά οφείλει να δημιουργεί οφέλη, σταθερές θέσεις εργασίας και προοπτική για ολόκληρη την κοινωνία.
Η απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι ούτε η νοσταλγία του παρελθόντος ούτε η λογική της εγκατάλειψης. Η Δυτική Μακεδονία χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό και παραγωγικό συμβόλαιο που θα συνδυάζει ανάπτυξη, κοινωνική δικαιοσύνη και ενεργειακή ασφάλεια.
Ο λιγνίτης δεν μπορεί πλέον να αποτελεί τη μοναδική αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας, μπορεί όμως να διατηρεί έναν ουσιαστικό ρόλο ενεργειακής ασφάλειας σε μια περίοδο διεθνών αβεβαιοτήτων και γεωπολιτικών κρίσεων. Η εμπειρία των τελευταίων ετών απέδειξε ότι καμία χώρα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις εισαγωγές φυσικού αερίου ή σε ένα ενεργειακό σύστημα χωρίς επαρκείς εφεδρείες βάσης.
Η Δυτική Μακεδονία διαθέτει ανθρώπους με τεχνογνωσία, ισχυρές ενεργειακές υποδομές, πανεπιστημιακή παρουσία, δίκτυα τηλεθέρμανσης και μεγάλες εκτάσεις που μπορούν να αξιοποιηθούν παραγωγικά. Αυτά τα πλεονεκτήματα δεν πρέπει να απαξιωθούν. Πρέπει να αποτελέσουν τη βάση για μια νέα αναπτυξιακή πορεία με έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην αποθήκευση, στη βιομηχανική παραγωγή, στην καινοτομία και στις σύγχρονες μορφές επιχειρηματικότητας.
Σε αυτή τη νέα εποχή, η περιοχή χρειάζεται και ένα νέο μοντέλο ενεργειακής διακυβέρνησης. Ένα ισχυρό περιφερειακό ενεργειακό σχήμα με συμμετοχή της αυτοδιοίκησης, των τοπικών κοινωνιών, των πανεπιστημίων και των παραγωγικών φορέων, όπου η τοπική κοινωνία δεν θα είναι απλός θεατής αλλά ενεργός συμμέτοχος. Ένα σχήμα που θα μπορεί να επενδύει σε έργα ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας, τηλεθερμάνσεις και ενεργειακές κοινότητες, διασφαλίζοντας ότι σημαντικό μέρος της παραγόμενης αξίας θα παραμένει στη Δυτική Μακεδονία.
Η δημιουργία μεγάλων επενδύσεων, όπως τα νέα data centers, μπορεί να αποτελέσει σημαντική ευκαιρία ανάπτυξης για την περιοχή. Όμως αυτό πρέπει να γίνει με σχέδιο και ισορροπία, χωρίς να καταστραφούν ή να απαξιωθούν υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές που εξακολουθούν να είναι κρίσιμες για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και τη σταθερότητα του συστήματος.
Η ενεργειακή μετάβαση θα πετύχει μόνο αν είναι πραγματικά δίκαιη. Αν οι πολίτες αισθανθούν ότι συμμετέχουν, ότι έχουν λόγο και ότι βλέπουν ουσιαστικό όφελος στην καθημερινότητά τους.
Η Δυτική Μακεδονία μπορεί να γίνει ξανά πυλώνας παραγωγής και ενεργειακής ασφάλειας, όχι ως μια περιοχή που απλώς κλείνει έναν ιστορικό κύκλο, αλλά ως ένας τόπος που ανοίγει έναν νέο κύκλο δημιουργίας, τεχνολογικής εξέλιξης και αξιοπρέπειας για τις επόμενες γενιές.



























