Η χθεσινή συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα στον Νίκο Χατζηνικολάου δεν ήταν μια απλή τηλεοπτική εμφάνιση. Ήταν μια συνειδητή προσπάθεια επανατοποθέτησης, με πιο ήπιο τόνο, πιο προσεκτική γλώσσα και εμφανή διάθεση να ξαναχτιστεί μια σχέση εμπιστοσύνης με την κοινωνία. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι έχουν γίνει κάποια βήματα κατανόησης των λαθών του παρελθόντος. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν αλλάζει ο τρόπος που μιλάς. Είναι αν αλλάζει αυτό που πραγματικά προτείνεις για τη χώρα.
Παρακολουθώντας τη συζήτηση, γίνεται φανερό ότι υπήρξε μια προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα σε μια ήπια αυτοκριτική και στη διατήρηση μιας συνολικής αφήγησης που δικαιώνει τις βασικές επιλογές εκείνης της περιόδου. Αυτό είναι πολιτικά κατανοητό. Κανείς δεν μηδενίζει κανέναν. Όμως η κοινωνία σήμερα δεν ζητά γενικές αναφορές σε λάθη, ζητά καθαρές απαντήσεις, συγκεκριμένες δεσμεύσεις και κυρίως εγγυήσεις ότι όσα πλήγωσαν τη χώρα δεν θα επαναληφθούν. Όταν αυτές οι απαντήσεις μένουν ασαφείς, η όποια αλλαγή ύφους δεν αρκεί για να μεταφραστεί σε πραγματική εμπιστοσύνη.
Ταυτόχρονα, η επιλογή να δοθεί έμφαση στην κριτική προς τη σημερινή κυβέρνηση είναι αναμενόμενη σε μια δημοκρατία. Η αντιπαράθεση είναι στοιχείο του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει ότι οι πολίτες δεν πείθονται μόνο από καταγγελίες. Θέλουν σταθερότητα, συνέπεια και πολιτικές που μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Θέλουν να ξέρουν όχι μόνο τι δεν λειτουργεί, αλλά κυρίως τι μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα και με ποιον τρόπο.
Σε αυτή τη συγκυρία, υπάρχει και κάτι ακόμη πιο κρίσιμο. Η εμπιστοσύνη στους θεσμούς και στην πολιτική δεν είναι δεδομένη. Κερδίζεται καθημερινά, με πράξεις και με καθαρές στάσεις. Και αυτό αφορά τους πάντες, χωρίς εξαιρέσεις. Όποιος ασκεί εξουσία, όποιος διεκδικεί ρόλο, όποιος ζητά ξανά την εμπιστοσύνη της κοινωνίας, οφείλει να αποδέχεται ότι η διαφάνεια, ο έλεγχος και η λογοδοσία δεν είναι επιλογές, είναι προϋποθέσεις. Χωρίς αυτές, καμία πολιτική αφήγηση δεν μπορεί να σταθεί για πολύ.
Η Ελλάδα σήμερα δεν έχει την πολυτέλεια να επιστρέψει σε περιόδους αβεβαιότητας. Έχει ανάγκη από σταθερό βηματισμό, από σοβαρότητα στη λήψη αποφάσεων και από πολιτικές που αντέχουν στον χρόνο και στην πράξη. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει χώρος για διαφορετικές προσεγγίσεις. Σημαίνει όμως ότι κάθε πρόταση πρέπει να είναι πιο ώριμη, πιο συγκεκριμένη και πιο ειλικρινής απέναντι στις δυνατότητες της χώρας.
Όσοι έχουμε ζήσει από κοντά εκείνες τις δύσκολες περιόδους γνωρίζουμε ότι τα λάθη έγιναν λανθασμένες εκτιμήσεις και επιλογές που τελικά κόστισαν. Και αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό μάθημα. Ότι η πολιτική δεν κρίνεται στις προθέσεις, αλλά στα αποτελέσματα. Γι’ αυτό και η επόμενη μέρα δεν μπορεί να βασιστεί σε ελπίδες ή σε καλύτερη επικοινωνία. Πρέπει να βασιστεί σε ρεαλισμό, γνώση και ευθύνη.
Η επιστροφή στην πολιτική σκηνή είναι δικαίωμα κάθε πολιτικού. Η εμπιστοσύνη όμως δεν επιστρέφει αυτόματα μαζί του. Χτίζεται ξανά, βήμα βήμα, με σαφήνεια, με συνέπεια και με αποδείξεις ότι το αύριο θα είναι πιο ασφαλές από το χθες. Και σε αυτό το πεδίο θα κριθούμε όλοι.
Χάρης Κάτανας


























