Είμαι επαγγελματικά στον χώρο των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας από το 2009 και στην ελληνική αγορά από το 2011. Έχω ζήσει περιόδους ενθουσιασμού, υπερθέρμανσης, ανασφάλειας, διορθώσεων, παγώματος και επανεκκίνησης.
Και, δυστυχώς, το ίδιο μοτίβο
επαναλαμβάνεται.
Στην Ελλάδα οι ΑΠΕ —και ειδικά τα φωτοβολταϊκά— αντιμετωπίζονται διαχρονικά σαν ελατήριο ή εξιλαστήριο θύμα.
Πιέζονται.
Απελευθερώνονται απότομα.
Η αγορά υπερθερμαίνεται.
Και μετά έρχονται καθυστερημένες διορθώσεις, συχνά οριζόντιες, που καλούνται να πληρώσουν όσοι ακολούθησαν τους κανόνες που η ίδια η Πολιτεία δημιούργησε.
Το έχουμε ξαναδεί.
Το είδαμε στο ειδικό πρόγραμμα των φωτοβολταϊκών στις στέγες. Το είδαμε στις επενδύσεις φωτοβολταϊκών σε αγρούς. Δημιουργήθηκαν οι συνθήκες ώστε πολίτες, αγρότες, μικροί και μεσαίοι επενδυτές, τεχνικές εταιρείες, developers, προμηθευτές, μηχανικοί και εγκαταστάτες να στραφούν μαζικά στις ΑΠΕ. Η αγορά αναπτύχθηκε γρήγορα. Σε αρκετές περιπτώσεις, υπερθερμάνθηκε. Κανείς δεν “μέτρησε” τα βήματα, την ταχύτητα.
Και μετά ήρθαν οι “διορθώσεις”.
Αναδρομικές παρεμβάσεις, έκτακτες εισφορές, “New Deal”, αβεβαιότητα, πάγωμα εμπορικής δραστηριότητας, απώλεια τεχνογνωσίας, brain drain και αποδυνάμωση μιας ολόκληρης εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το κόστος δεν το πλήρωσαν και δεν το πληρώνουν μόνο οι επενδυτές.
Το πλήρωσαν τεχνικοί, μηχανικοί, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, άνθρωποι που είχαν εκπαιδευτεί, είχαν επενδύσει χρόνο, κεφάλαιο και αξιοπιστία σε έναν κλάδο που υποτίθεται ότι αποτελεί στρατηγική επιλογή της χώρας. Το πληρώνει η Κοινωνία η ίδια.
Και εδώ βρίσκεται το κρίσιμο ερώτημα:
Γιατί η ενεργειακή μετάβαση πρέπει κάθε λίγα χρόνια να περνά από κύκλους υπερθέρμανσης, πανικού και διόρθωσης;
Από το 2018 και μετά, η αγορά στράφηκε ξανά αποφασιστικά στις ΑΠΕ. Επενδύθηκαν κεφάλαια σε ανάπτυξη έργων, αδειοδοτήσεις, εξοπλισμό, εκπαίδευση τεχνικών, μηχανικών και στελεχών κάθε ειδικότητας.Ξαναχτίστηκε ένα οικοσύστημα.
Και τώρα βλέπουμε ξανά δομικά ερωτήματα να επιστρέφουν: δίκτυα, περικοπές παραγωγής, αποθήκευση, ευελιξία, χωρητικότητα, τοπική αποδοχή, οικονομική βιωσιμότητα και προβλεψιμότητα εσόδων.
Ας είμαστε ειλικρινείς.
Κανείς που γνωρίζει έστω στοιχειωδώς την ενεργειακή ταυτότητα της ελληνικής αγοράς δεν μπορούσε να πιστεύει ότι το θέμα της αποθήκευσης είναι μόνο τεχνολογικό.
Η αποθήκευση δεν είναι απλώς μπαταρίες. Είναι θεσμικό πλαίσιο. Είναι επιχειρηματικό μοντέλο. Είναι κανόνες λειτουργίας. Είναι τρόπος συμμετοχής στις αγορές. Είναι ρυθμιστική σαφήνεια.
Το ίδιο ισχύει και για τα δίκτυα.
Δεν γίνεται να μιλάμε για μαζική διείσδυση ΑΠΕ χωρίς έγκαιρες και συστηματικές επενδύσεις στα ηλεκτρικά δίκτυα. Δεν γίνεται να ενθαρρύνουμε επενδύσεις και μετά να διαπιστώνουμε ότι το σύστημα δεν μπορεί να τις απορροφήσει.
Αυτό δεν είναι στρατηγική.
Είναι διαχείριση καθυστέρησης.
Και η καθυστέρηση έχει κόστος.
Έχει κόστος για τον επενδυτή που βλέπει την παραγωγή του να περικόπτεται.
Έχει κόστος για τον καταναλωτή που δεν βλέπει πάντα τη φθηνή πράσινη ενέργεια να μεταφράζεται καθαρά στον λογαριασμό του.
Έχει κόστος για το σύστημα που λειτουργεί με στρεβλώσεις.
Έχει κόστος για τη χώρα που χάνει χρόνο, εμπιστοσύνη και τεχνογνωσία.
Οι ΑΠΕ απέδειξαν την αξία τους.
Την απέδειξαν όταν η γεωπολιτική αστάθεια αύξησε τις τιμές ενέργειας.
Την απέδειξαν όταν η Ευρώπη χρειάστηκε να μειώσει την εξάρτησή της από ακριβά εισαγόμενα καύσιμα.
Την αποδεικνύουν καθημερινά όταν παράγουν ηλεκτρική ενέργεια με χαμηλό μεταβλητό κόστος.
Ο ήλιος υπάρχει.
Ο άνεμος υπάρχει.
Η καθαρή ενέργεια παράγεται.
Το ερώτημα είναι γιατί η αξία της δεν φτάνει πάντα καθαρά, δίκαια και προβλέψιμα στον τελικό καταναλωτή.
Και εδώ αρχίζει η πιο δύσκολη συζήτηση.
Όταν η καθαρή ενέργεια παράγεται αλλά δεν απορροφάται, ποιος πληρώνει τη χαμένη παραγωγή; Όταν έχουμε μηδενικές ή αρνητικές τιμές, ποιος τελικά ωφελείται και ποιος αναλαμβάνει το κόστος; Όταν η συμφόρηση των δικτύων και η ανάγκη για ευελιξία δημιουργούν νέες αγορές και νέες ευκαιρίες, πώς διασφαλίζεται ότι η αξία κατανέμεται δίκαια;
Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν καλά ότι στις αγορές ενέργειας η αξία δεν βρίσκεται μόνο στην παραγωγή.
Βρίσκεται και στη κατανάλωση.
Βρίσκεται στην ευελιξία.
Βρίσκεται στην ανισορροπία.
Βρίσκεται στη δυνατότητα κάποιου να αποθηκεύει, να εξισορροπεί, να αποζημιώνεται ή να αξιοποιεί τις αδυναμίες του συστήματος.
Αυτό από μόνο του δεν είναι απαραίτητα λάθος. Μια σύγχρονη αγορά ενέργειας χρειάζεται ευελιξία, αποθήκευση και υπηρεσίες εξισορρόπησης.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η στρέβλωση παύει να είναι μεταβατικό φαινόμενο και αρχίζει να μοιάζει με επαναλαμβανόμενο επιχειρηματικό μοντέλο.
Και τότε το ερώτημα γίνεται πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό:
Πότε θα δει ο τελικός καταναλωτής τον ήλιο και τον άνεμο όχι μόνο στις ανακοινώσεις για την πράσινη μετάβαση, αλλά και στον δικό του οικογενειακό οικονομικό προγραμματισμό;
Η κοινωνική αποδοχή των ΑΠΕ δεν είναι δεδομένη.
Δεν αρκεί να λέμε στους πολίτες ότι η πράσινη ενέργεια είναι φθηνή, αν εκείνοι βλέπουν σύνθετους λογαριασμούς, αβεβαιότητα, τοπικές αντιδράσεις, περικοπές, χρεώσεις και ασάφεια.
Δεν αρκεί να ζητάμε από επενδυτές να εμπιστευτούν το πλαίσιο, αν το πλαίσιο αλλάζει όταν οι επενδύσεις έχουν ήδη γίνει.
Δεν αρκεί να μιλάμε για ενεργειακή μετάβαση, αν κάθε κύκλος ανάπτυξης καταλήγει σε έναν νέο κύκλο διόρθωσης.
Οι ΑΠΕ δεν είναι Eldorado.
Δεν είναι το πρόβλημα η τεχνολογία.
Μπορούν να είναι διαχρονική ατμομηχανή ανάπτυξης για τη χώρα. Μπορούν να δημιουργήσουν σταθερές θέσεις εργασίας, τεχνική εξειδίκευση, ενεργειακή ασφάλεια, τοπική ανάπτυξη και χαμηλότερο ενεργειακό κόστος.
Αλλά για να συμβεί αυτό, πρέπει να σταματήσουμε να τις αντιμετωπίζουμε σαν συγκυριακή ευκαιρία.
Οι ΑΠΕ είναι κρίσιμη εθνική υποδομή.
Και οι κρίσιμες υποδομές δεν χτίζονται με κύκλους ενθουσιασμού και πανικού. Χτίζονται με συνέχεια, αξιοπιστία, κανόνες και ευθύνη.
Η αγορά μπορεί να αντέξει τεχνικούς περιορισμούς.
Μπορεί να αντέξει μεταβατικές δυσκολίες.
Αυτό που δεν μπορεί να αντέξει είναι η αβεβαιότητα.
Αν θέλουμε οι ΑΠΕ να στηρίξουν πραγματικά την ελληνική οικονομία, την ενεργειακή ασφάλεια και τον τελικό καταναλωτή, πρέπει να σπάσουμε τον κύκλο:
Υπερθέρμανση, καθυστέρηση, διόρθωση, απογοήτευση, επανεκκίνηση.
Ο κλάδος δεν χρειάζεται άλλο ένα “ελατήριο”.
Χρειάζεται αξιοπιστία.
Χρειάζεται στρατηγική.
Χρειάζεται σχεδιασμό πριν από την κρίση, όχι διορθώσεις (αν) μετά τη ζημιά.Γιατί η πράσινη μετάβαση δεν θα κριθεί μόνο από τα εγκατεστημένα MW.
Θα κριθεί από το αν η αξία τους φτάνει πραγματικά στην οικονομία, στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά.Ο ήλιος, ο άνεμος, τα νερά, η βιομάζα, μπορούν να παράγουν φθηνή ενέργεια.Το ερώτημα είναι αν έχουμε τη στρατηγική, τη σοβαρότητα και την αξιοπιστία να κάνουμε αυτή την αξία πραγματικό όφελος για όλους.
Γεώργιος Στασιμιώτης
Διπλ. Μηχανολόγος Μηχανικός, M.Sc., M.B.A.
Γενικός Διευθυντής Διαχείρισης Έργων, Λειτουργίας, Συντήρησης, Σύμβουλος Διοίκησης,
Μεσόγειος Ενεργειακή

























